Blogger Template by Blogcrowds.

Η εθνική συνείδηση και οι Έλληνες.


Κάποιοι υποστηρίζουν πως δεν υπήρχε το έθνος ως έννοια στους αρχαίους Έλληνες και βασικό  «επιχείρημα» τους είναι πως ο χώρος της Ελλάδος ήταν χωρισμένος σε πόλεις-κράτη που ενίοτε πολεμούσαν το ένα το άλλο. Δυστυχώς όμως γι’ αυτούς, τους διαψεύδει η ίδια η ιστορία…
Παρ’ ότι η έννοια «εθνικό κράτος» και όχι απλά «έθνος» άρχισε να σχηματοποιείται, έτσι όπως την γνωρίζουμε σήμερα, κυρίως από τον 18ο αιώνα, εντούτοις ο όρος «έθνος» (αλλά και «γένος»), δεν ήταν άγνωστος στον αρχαίο κόσμο. Ο Ηρόδοτος συχνά χρησιμοποιεί τον όρο «έθνεο» για να περιγράψει τις διάφορες φυλές, ελληνικές και μη που είχαν κοινή καταγωγή, γλώσσα, θρησκεία κ.τ.λ. (π.χ. «…Ἄβαντες μὲν ἐξ Εὐβοίες εἰσὶ οὐκ ἐλαχίστη μοῖρα, τοῖσι Ἰωνίης μέτα οὐδὲ τοῦ οὐνόματος οὐδέν, Μινύαι δὲ Ὀρχομένιοί σφι ἀναμεμίχαται καὶ Καδμεῖοι καὶ Δρύοπες καὶ Φωκέες ἀποδάσμιοι καὶ Μολοσσοὶ καὶ Ἀρκάδες Πελασγοὶ καὶ Δωριέες Ἐπιδαύριοι, ἄλλα τε ἔθνεα πολλὰ ἀναμεμίχαται…» [βιβλίο «Κλειώ»], «ἔθνεα Βοιωτῶν καὶ Χαλκιδέων» [βιβλίο «Τερψιχόρη»], «Μακεδόνων ἔθνεα» [βιβλίο «Ερατώ»] κ.ά.)
Η έννοια της πανελλήνιας εθνικής συνείδησης, έστω και σε πρώιμο στάδιο· και η γνώση ότι υπάρχουν πολλά κοινά στοιχεία που ενώνουν τις διάφορες ελληνικές φυλές και πόλεις-κράτη, κάτω από τον όρο «Έλληνες» δεν απουσιάζει («οἱ δὲ Ἕλληνες κατὰ τάξις τε καὶ κατὰ ἔθνεα κεκοσμημένοι ἦσαν» [«Ηροδότου ιστορίαι», βιβλίο «Πολύμνια»]), όπως δεν απουσιάζει και η κατανόηση της ελληνικότητας («τὸ Ἑλληνικὸν ἐὸν ὅμαιμόν τε καὶ ὁμόγλωσσον καὶ θεῶν ἱδρύματά τε κοινὰ καὶ θυσίαι ἤθεά τε ὁμότροπα» [«Ηροδότου ιστορίαι», βιβλίο «Ουρανία»]). Τα ιστορικά τεκμήρια είναι αρκετά. Για να αναφέρουμε κάποιες στοιχειώδεις πληροφορίες;
----Στους Ολυμπιακούς Αγώνες, συμμετείχαν αποκλειστικώς όσοι ήταν Έλληνες και την ευθύνη της εξακρίβωσης της καταγωγής των αθλητών, επιφορτίζονταν οι γνωστοί Ελλανοδίκες, ή Ελληνοδίκες (Έλλην+δίκη). Ο Ηρόδοτος αναφέρει μάλιστα, ότι απ’ αυτόν τον έλεγχο πέρασε και ο βασιλιάς των Μακεδόνων Αλέξανδρος ο Α’ κι αφού απέδειξε την ελληνικότητά του, τού επετράπη να συμμετάσχει στου αγώνες («πρὸς δὲ καὶ οἱ τὸν ἐν Ὀλυμπίῃ διέποντες ἀγῶνα Ἑλληνοδίκαι οὕτω ἔγνωσαν εἶναι. Ἀλεξάνδρου γὰρ ἀεθλεύειν ἑλομένου καὶ καταβάντος ἐπ᾽ αὐτὸ τοῦτο, οἱ ἀντιθευσόμενοι Ἑλλήνων ἐξεῖργόν μιν, φάμενοι οὐ βαρβάρων ἀγωνιστέων εἶναι τὸν ἀγῶνα ἀλλὰ Ἑλλήνων· Ἀλέξανδρος δὲ ἐπειδὴ ἀπέδεξε ὡς εἴη Ἀργεῖος, ἐκρίθη τε εἶναι Ἕλλην καὶ ἀγωνιζόμενος στάδιον συνεξέπιπτε τῷ πρώτῳ» [«Ηροδότου ιστορίαι», βιβλίο «Τερψιχόρη»]).
----Σε κείμενον του Ισοκράτους με αφορμή τους εκατοστούς Ολυμπιακούς Αγώνες και το οποίο απέστειλε στην Ολυμπία, διαβάζουμε: «Ταύτην γὰρ οἰκοῦμεν οὐχ ἑτέρους ἐκβαλόντες οὐδ’ ἐρήμην καταλαβόντες οὐδ’ ἐκ πολλῶν ἐθνῶν μιγάδες συλλεγέντες, ἀλλ’ οὕτω καλῶς καὶ γνησίως γεγόναμεν, ὥστ’ ἐξ ἧσπερ ἔφυμεν, ταύτην ἔχοντες ἅπαντα τὸν χρόνον διατελοῦμεν, αὐτόχθονες ὄντες…». Δηλαδή: «Κατοικούμε σ’ αυτήν την χώρα, χωρίς να έχουμε εκδιώξει άλλους από εδώ, ούτε την καταλάβαμε βρίσκοντάς την έρημη, ούτε είμαστε μιγάδες ανακατεμένοι από διάφορα έθνη ανθρώπων, αλλά υπάρχουμε καλώς και γνησίως, διότι κατέχουμε την χώρα στην οποία γεννηθήκαμε και ζούμε καθ’ όλη την διάρκεια της ιστορίας μας, αφού είμαστε αυτόχθονες…» (Πανηγυρικός, εδάφιο 24).
---Εις τον «Πανηγυρικόν» του προς τους Αθηναίους ο Ισοκράτης, αναφέρεται σαφέστατα στο γένος των Ελλήνων: «Τοσοῦτον δ’ ἀπολέλοιπεν ἡ πόλις ἡμῶν περὶ τὸ φρονεῖν καὶ λέγειν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, ὥσθ’ οἱ ταύτης μαθηταὶ τῶν ἄλλων διδάσκαλοι γεγόνασι, καὶ τὸ τῶν Ἑλλήνων ὄνομα πεποίηκε μηκέτι τοῦ γένους ἀλλὰ τῆς διανοίας δοκεῖν εἶναι, καὶ μᾶλλον Ἕλληνας καλεῖσθαι τοὺς τῆς παιδεύσεως τῆς ἡμετέρας ἢ τοὺς τῆς κοινῆς φύσεως μετέχοντας». Δηλαδή: «Είναι δε τόσο μεγάλη η απόσταση που χωρίζει την πολιτεία μας από τούς άλλους ανθρώπους ως προς την πνευματική ανάπτυξη και την τέχνη τού λόγου, ώστε οι μαθητές της έχουν γίνει διδάσκαλοι τών άλλων και κατόρθωσε ώστε το όνομα τών Ελλήνων να είναι σύμβολο όχι πλέον τής καταγωγής αλλά τής πνευματικής ανυψώσεως, και να ονομάζονται Έλληνες εκείνοι που παίρνουν τη δική μας μόρφωση και όχι αυτοί που έχουν την ίδια καταγωγή».
----Στην μάχη του Μαραθώνα (490 π.Χ.), ο Σιμωνίδης ο Κείος αφιέρωσε το εξής επίγραμμα: «Ελλήνων προμαχούντες Αθηναίοι Μαραθώνι, χρυσοφόρων Μήδων εστόρεσαν δύναμιν» (Μετάφραση: «Αμυνόμενοι υπέρ των Ελλήνων οι Αθηναίοι στον Μαραθώνα, κατέστρεψαν τη δύναμη των χρυσοφορεμένων Περσών»). Να θυμίσουμε, ότι στην νικηφόρα μάχη του Μαραθώνα, απέναντι από τους 55.000 Πέρσες, μαζί με τους 10.000 Αθηναίους, συντάχθηκαν και 1.000 Πλαταιείς, ενώ υπήρχε και στρατιωτική βοήθεια 1.000 οπλιτών από την Σπάρτη, που όμως έφτασε καθυστερημένα στο πεδίο της μάχης. Στην ναυμαχία της Σαλαμίνας που ακολούθησε το ίδιο έτος, ο Αισχύλος (ο οποίος συμμετείχε ενεργά στην μάχη του Μαραθώνα και στις ναυμαχίες του Αρτεμισίου και της Σαλαμίνας) μάς αφηγείται μέσα από την τραγωδία του «Πέρσες», τον παιάνα των Ελλήνων: «Ὦ παῖδες Ἑλλήνων ἴτε, ἐλευθεροῦτε πατρίδ’, ἐλευθεροῦτε δὲ παῖδας, γυναῖκας, θεῶν τέ πατρῴων ἕδη, θήκας τε προγόνων: νῦν ὑπὲρ πάντων ἀγών».
(Μετάφραση: «Εμπρός, τέκνα των Ελλήνων, ελευθερώστε την πατρίδα, ελευθερώστε τα παιδιά σας, τις γυναίκες σας, τα ιερά των πατρογονικών θεών σας, τους τάφους των προγόνων σας· τώρα ο αγώνας είναι για τα πάντα»).
----ΠΟΛΥ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΝ...Έλληνες δεν λογίζονταν μόνο όσοι κατοικούσαν στον κυρίως ελλαδικό χώρο, αλλά και έξω απ’ αυτόν. Το 481 π.Χ., έναν χρόνο πριν την επική μάχη των Θερμοπυλών (480 π.Χ.), συγκλήθηκε πανελλήνιο συνέδριο στην Κόρινθο, για να αποφασιστεί η στάση που θα έπρεπε να κρατήσουν οι Έλληνες απέναντι στους Πέρσες. Προσκλήθηκαν επίσης οι Έλληνες της Μασσαλίας και της Κριμαίας, που δεν μπόρεσαν να προσέλθουν λόγω απόστασης, ενώ το παρόν έδωσαν οι Έλληνες της Κάτω Ιταλίας, οι Κρήτες, οι Κερκυραίοι κ.ά. Σ’ αυτό το συνέδριο δεν προσκλήθηκαν μόνο οι Έλληνες που είχαν υποταχθεί στους Πέρσες, δηλαδή οι Έλληνες της Κύπρου, της Αιγύπτου, της Ιωνίας, της Μακεδονίας κ.ά. Έχουν ιδιαίτερη σημασία δε, οι δύο εκ των αποφάσεων που τελικά ελήφθησαν και που όριζαν πως:
α) Οι Έλληνες να πολεμήσουν μέχρι θανάτου τους Πέρσες.
β) Να τιμωρηθούν όσοι Έλληνες πολεμήσουν με το μέρος των Περσών.
----Τις παραμονές της ιστορικής μάχης των Πλαταιών (479 π.Χ.), όπου σύμφωνα και με το επίγραμμα του περιηγητή Παυσανία «Σε αυτόν το πόλεμο πολέμησαν: Λακεδαιμόνιοι, Αθηναίοι, Κορίνθιοι, Τεγεάτες, Σικυώνιοι, Αιγινήτες, Μεγαρείς, Επιδαύριοι, Ορχομένιοι, Φλειάσιοι, Τροιζήνιοι, Ερμιονείς, Τιρύνθιοι, Πλαταιείς, Θεσπιείς, Μυκηναίοι, Κείοι, Μήλιοι, Τήνιοι, Νάξιοι, Ερετριείς, Χαλκιδείς, Στυρείς, Ηλείοι, Ποτειδαιάτες, Λευκάδιοι, Ανακτορείς, Κύθνιοι, Σίφνιοι, Αμβρακιώτες και Λεπρεάτες», ο βασιλιάς των Μακεδόνων, Αλέξανδρος ο Α’, που είχε υποταχθεί στους Πέρσες, πάει κρυφά στο στρατόπεδο των Ελλήνων και τους μεταφέρει το στρατιωτικό σχέδιο του Μαρδόνιου και αιτιολόγησε την πράξη του, ότι ως Έλληνας δεν θα ήθελε να δει την Ελλάδα σκλαβωμένη: «αὐτός τε γὰρ Ἕλλην γένος εἰμὶ τὠρχαῖον καὶ ἀντ᾽ ἐλευθέρης δεδουλωμένην οὐκ ἂν ἐθέλοιμι ὁρᾶν τὴν Ἑλλάδα» («Ηροδότου ιστορίαι», βιβλίο «Καλλιόπη»).
--- Όπως ιστορεί ο Αρριανός, όταν ο Αλέξανδρος ο Γ' νίκησε τους Πέρσες στην μάχη του Γρανικού ποταμού (334 π.Χ), αιχμαλώτισε όσους Έλληνες είχαν πολεμήσει ως μισθοφόροι στο πλευρό των Περσών και είχαν παραβιάσει την κοινή απόφαση, να μην πολεμήσουν Έλληνες εναντίον Ελλήνων, και τους έστειλε στη Μακεδονία για να εργαστούν σε καταναγκαστικά έργα. Παράλληλα έστειλε 300 περσικές πανοπλίες στην Αθήνα, ως ανάθημα στη θεά Αθηνά, με τη εντολή να συνοδεύεται από το επίγραμμα «Ἀλέξανδρος Φιλίππου καὶ οἱ Ἕλληνες πλὴν Λακεδαιμονίων ἀπὸ τῶν βαρβάρων τῶν τὴν Ἀσίαν κατοικούντων»: «ἔθαψε δὲ καὶ τοὺς μισθοφόρους Ἕλληνας, οἳ ξὺν τοῖς πολεμίοις στρατεύοντες ἀπέθανον. ὅσους δὲ αὐτῶν αἰχμαλώτους ἔλαβε, τούτους δὲ δήσας ἐν πέδαις εἰς Μακεδονίαν ἀπέπεμψεν ἐργάζεσθαι, ὅτι παρὰ τὰ κοινῇ δόξαντα τοῖς Ἕλλησιν Ἕλληνες ὄντες ἐναντία τῇ Ἑλλάδι ὑπὲρ τῶν βαρβάρων ἐμάχοντο. ἀποπέμπει δὲ καὶ εἰς Ἀθήνας τριακοσίας πανοπλίας Περσικὰς ἀνάθημα εἶναι τῇ Ἀθηνᾷ ἐν πόλει. καὶ ἐπίγραμμα ἐπιγραφῆναι ἐκέλευσε τόδε. Ἀλέξανδρος Φιλίππου καὶ οἱ Ἕλληνες πλὴν Λακεδαιμονίων ἀπὸ τῶν βαρβάρων τῶν τὴν Ἀσίαν κατοικούντων» («Αλεξάνδρου Ανάβασις», Βιβλίο Α).

Ο Ατομικισμός κυριάρχησε...


Η εποχή του ατομικισμού

Η εποχή του ατομικισμού


Μια φιλοσοφική προσέγγιση του χρήματος και της οικονομίας

Σπύρος Λαβδιώτης

Έσοπτρον, 2012
328 σελ. 


Ο Σπύρος Λαβδιώτης έχει εργαστεί για πάνω από είκοσι χρόνια στο χρηματοπιστωτικό σύστημα στον
Καναδά και στην Ελλάδα. Σε αυτό το διαφωτιστικό βιβλίο θα μυήσει τον μη ειδικό αναγνώστη αρχικά
στο σύγχρονο οικονομικό μοντέλο του αχαλίνωτου καπιταλισμού, του ξέφρενου χρηματιστηριακού
τζόγου και της ύβρεως της τοκογλυφίας. Μέσα από απτά παραδείγματα θα δείξει ότι το μοντέλο
αυτό, με οδηγό το δογματικό "φάντασμα" του άχρονου equilibrium, προάγει την υπερσυσώρρευση
χρήματος σε ένα δαρβινικό πλαίσιο επιβίωσης του ισχυροτέρου. Καθίσταται έτσι μη βιώσιμο αφού
διευρύνει τις ανισότητες και, διαταράσσοντας την ισορροπία των κοινωνιών, οδηγεί αναπόφευκτα
σε κατάρρευση. Δεν προκαλεί λοιπόν απορία το ότι οι οικονομικές κρίσεις επαναλαμβάνονται και
έχουν κοινά γνωρίσματα.

Ασκώντας έντονη κριτική στο μοντέλο της laissez faire οικονομίας του Adam Smith -που διδάσκεται
σήμερα στις αίθουσες των πανεπιστημίων- ο ΣΛ θα εξετάσει, μεταξύ άλλων, τις έννοιες της
ουδετερότητας του χρήματος, του μονεταρισμού και του νεομερκαντιλισμού, αντιπαραθέτοντας
τρεις οικονομικές κρίσεις. Τη σημερινή κρίση που όλοι βιώνουμε με δραματικό τρόπο, ιδιαίτερα στη
χώρα μας όπου με το υπάρχον νοσηρό πολιτικό κατεστημένο το μέλλον διαγράφεται ζοφερό· τη
Μεγάλη Ύφεση του ’30 όπου κατεστραμμένοι επιχειρηματίες πηδούσαν χέρι-χέρι στο κενό από τα
παράθυρα των ουρανοξυστών της Νέας Υόρκης· και την κρίση της Αρχαίας Αθήνας όπου
απεγνωσμένοι Αθηναίοι εγκατέλειπαν έντρομοι την πόλη τους για να μη πουληθούν σκλάβοι,
αφού υποθήκευαν για τα δάνεια το ίδιο τους το σώμα.

Γιατί διαβάζουμε βιβλία;

από mauridhs

Το ερώτημα αυτό επαναλαμβάνεται επίμονα για πρώτη φορά μέσα στα πάνω από 500 χρόνια από τότε που ο Ιωάννης Γουτεμβέργιος κατέστησε το βιβλίο κοινό κτήμα. Μέχρι σήμερα το ερώτημα αφορούσε μόνο αυτούς που πρακτικά είναι αναλφάβητοι, μόνο δηλαδή όσους χαρακτηρίζονται στο δυτικό κόσμο ως δυσλεκτικοί, και δεν είναι λίγοι. Το ερώτημα βέβαια διατυπώθηκε όταν η ψηφιακή τεχνολογία κατέκτησε τις προτιμήσεις του δυναμικού τμήματος του κοινού στον δυτικό κόσμο και κατέκλυσε στη συνέχεια τον κόσμο ολόκληρο. Δημιουργήθηκε έτσι μια αντιπαλότητα των ψηφιακών μέσων προς το βιβλίο που για τους θαυμαστές τους μέλλουν να κυριαρχήσουν και να σημάνουν το τέλος της έντυπης μορφής του λόγου. Ωστόσο, η αντιπαλότητα βιβλίου – ψηφιακών μέσων μάλλον αποτελεί μια φαντασία και δεν είναι πραγματική.
O κόσμος που ζούμε σήμερα είναι ο κόσμος της επιταχυνόμενης δράσης, που διαρκώς γίνεται πιο γρήγορη χάρη στην τεχνολογία και λόγω της έλλειψης χρόνου. Πραγματικά, το να βυθιστεί κανείς σε ένα καλό βιβλίο και να απομονωθεί για κάποιες ώρες από τον κόσμο των μέσων και τις οθόνες τείνει πια να εξελιχθεί σε αναχρονισμό και σίγουρα αποτελεί κάτι το παράδοξο. Δεν υπάρχει ο απαιτούμενος χρόνος και ο ρυθμός που επικρατεί δεν ευνοεί τέτοιες ασχολίες. Η ανάπτυξη της μυστικής ζωής, για την οποία ο αναγνώστης χρειάζεται διαρκώς να τροφοδοτείται και να ανατρέχει σε βιβλία μοιάζει πια με φαντασία και αυταπάτη. Τι απομένει λοιπόν από τους λόγους που μας κάνουν να αναζητούμε τα βιβλία, αφού και η πληροφόρηση που είναι ο τελευταίος από τους λόγους αυτούς, μπορεί σήμερα να πραγματοποιηθεί χωρίς τα βιβλία;
Για να απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό πρέπει να αντιληφθούμε τη φυσιολογική σημασία που έχει για τον εγκέφαλό μας η ανάγνωση των βιβλίων. Υποστηρίζεται ότι ο εγκέφαλος αναπαριστά στη φαντασία κάθε κατάσταση που περιγράφει ή αφήνει να εννοηθεί η ανάγνωση ενός βιβλίου. Αυτό σημαίνει μια περίπλοκη εγκεφαλική σύνθεση ή με άλλα λόγια έναν εμπλουτισμό της ικανότητας του εγκεφάλου με τη δημιουργία νέων νευρικών διεγέρσεων. Η αντίληψη αυτή, δηλαδή το ότι ο εγκέφαλος υφίσταται κάποια φυσιολογική μεταλλαγή με την εμπειρία της ανάγνωσης, μπορεί να πιστοποιηθεί από την επίδραση που αισθανόμαστε ότι μόνιμα εξασκεί στον προσανατολισμό μας στον κόσμο ένα βιβλίο από αυτά που θεωρούμε ότι μας έχουν ριζικά επηρεάσει.
Το βιβλίο και η ανάγνωσή του παραμένουν ως τα θεμέλια της εκπαίδευσης. Έτσι, το να διαβάζεις παραμένει ως στοιχείο κοινωνικής οργάνωσης. Οπωσδήποτε, τα βιβλία εξακολουθούν να προσφέρουν τις πύλες για την είσοδο σε σφαίρες προσωπικής ανάπτυξης και για ταξίδια ατομικής εκπλήρωσης. Παράλληλα, τα βιβλία είναι ο μόνος τόπος συνάντησης των μυστικών τρόπων που χαρακτηρίζουν τις ιδιαίτερες ζωές του συγγραφέα και των αναγνωστών. Η μοναδικότητα του κειμένου δεν μπορεί με κανένα τρόπο να αμφισβητηθεί. Οι μυστικοί τρόποι των κειμένων δύσκολα μπορούν να βρεθούν στους ψηφιακούς κόσμους της οθόνης και, αν βρεθούν, δεν μπορούν να συγκριθούν με το βιβλίο. Μπορούμε έτσι να πούμε ότι, αν το βιβλίο παρακμάσει σε βαθμό που θα πάψει να επηρεάζει, τότε θα σημάνει και μια καμπή στην ιστορία του πολιτισμού: Δεν θα είμαστε πια δεμένοι με τον ατομικό απομονωμένο στοχασμό και η ικανότητά μας για δημιουργική σκέψη θα υποχωρήσει ανάλογα.
Όπως και να το κάνουμε, οι συζητήσεις για το τέλος του βιβλίου μπορεί να είναι αβάσιμες, αφού η τεχνική μάς δίνει σύγχρονες λύσεις πραγματοποιώντας τη βιβλιοθήκη της τσέπης με τις νέες συσκευές ανάγνωσης, που μεταφέρονται παντού και που δεν είναι παρά μια μεταλλαγμένη μορφή του βιβλίου. Δεν έχει έννοια, λοιπόν, το να θρηνούμε για το τέλος του βιβλίου όταν το τεχνικό μέσο γι΄ αυτό δεν είναι παρά μια νέα μορφή του.
Αν σταματήσουμε το διάβασμα θα πάψουμε να είμαστε αυτά για τα οποία συνηθίσαμε να είμαστε περήφανοι: Θα πάψουμε να είμαστε εσωτερικά πλούσιοι, θα χάσουμε ίσως μεγάλο μέρος από τους μυστικούς κόσμους που διαφυλάσσουμε και που μας επιτρέπουν να επικοινωνούμε, ο κόσμος σίγουρα θα γίνει πιο φτωχός. Η τεχνική θα πρέπει να προσαρμοσθεί και να υποταχθεί στη σκοπιμότητα που εξασφαλίζει το μέλλον του βιβλίου.
http://www.antibaro.gr/2012/02/13/%CE%B3%CE%B9%CE%B1%CF%84%CE%AF-%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CE%B6%CE%BF%CF%85%CE%BC%CE%B5-%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%B1/ 

1 εικόνα
Μας λένε ότι ο καπιταλισμός της ελεύθερης αγοράς μπορεί να έχει τα ελαττώματά του, αλλά στην πραγματικότητα δεν υπάρχει άλλη βιώσιμη εναλλακτική λύση που να προσφέρει ευημερία σε όλους. Οι Δυτικές χώρες λειτουργούν πιο αποτελεσματικά και είναι οικονομικά πιο δραστήριες σε σύγκριση με τον αναπτυσσόμενο κόσμο. Η τεχνολογική ανάπτυξη αποτελεί το μέλλον όλων μας.

Σωστό; Λάθος! Το βιβλίο αυτό θα ταρακουνήσει συθέμελα ό,τι έχουμε ακούσει περί οικονομίας. Θα αποκαλύψει την αλήθεια για τα ψέματα που μας λένε και θα μας δείξει πώς λειτουργεί πραγματικά το σύστημα, φανερώνοντας μεταξύ άλλων ότι:
Δεν υφίσταται ελεύθερη αγορά.
Η παγκοσμιοποίηση δεν κάνει τον κόσμο πλουσιότερο.
Δεν ζούμε σε έναν ψηφιακό κόσμο – το πλυντήριο άλλαξε τη ζωή μας σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι το διαδίκτυο.
Οι φτωχές χώρες είναι πιο καινοτόμες από τις πλούσιες.
Τα υψηλόμισθα στελέχη δεν παράγουν καλύτερα αποτελέσματα.

Ακολουθεί απόσπασμα από το βιβλίο

Αλήθεια 1η: Δεν υφίσταται ελεύθερη αγορά
Τι μας λένε
Οι αγορές πρέπει να είναι ελεύθερες. όταν οι κυβερνήσεις παρεμβαίνουν υπαγορεύοντας στους συμμετέχοντες στις αγορές τι μπορούν να πράξουν και τι όχι, παρεμποδίζεται η απρόσκοπτη ροή των πλουτοπαραγωγικών πηγών. Αν οι άνθρωποι δεν μπορούν να ενεργήσουν προς την επίτευξη του μέγιστου δυνατού κέρδους, χάνουν το κίνητρο για επενδύσεις και καινοτομίες. Αντίστοιχα, αν η κυβέρνηση θέτει πλαφόν στις τιμές των ενοικίων, οι εκμισθωτές ακινήτων δεν έχουν κίνητρα για να διατηρούν τις ιδιοκτησίες τους σε καλή κατάσταση ή να χτίσουν καινούργιες. Αν πάλι η κυβέρνηση θέσει περιορισμούς στα είδη χρηματοοικονομικών προίόντων που μπορούν να εισέλθουν στην αγορά, δύο συμβαλλόμενα μέρη που ενδεχομένως να επωφελούνταν από μια πρωτοποριακή οικονομική συναλλαγή που θα κάλυπτε με εξειδικευμένο τρόπο τις ανάγκες τους, αδυνατούν να αποκομίσουν τους καρπούς της συμβατικής ελευθερίας. Οι άνθρωποι θα πρέπει να έχουν την «ελευθερία της επιλογής», κατά τον τίτλο του διάσημου βιβλίου που συνέγραψε ο οραματιστής της ελεύθερης αγοράς Μίλτον Φρίντμαν.
Τι δεν μας λένε
Η ελεύθερη αγορά δεν υπάρχει. Κάθε αγορά έχει κανόνες και όρια που περιορίζουν την ελευθερία της επιλογής. Μια αγορά φαντάζει ελεύθερη μόνο και μόνο επειδή αποδεχόμαστε σε τέτοιο βαθμό τους υφέρποντες περιορισμούς, χωρίς δεύτερη σκέψη, ώστε αδυνατούμε να τους αντιληφθούμε. Είναι αδύνατον να καθοριστεί αντικειμενικά το πόσο «ελεύθερη» είναι μια αγορά. Πρόκειται για έναν πολιτικό ορισμό. Το συνηθισμένο επιχείρημα των οικονομολόγων της ελεύθερης αγοράς πως επιδιώκουν να θωρακίσουν τις αγορές από πολιτικά υποκινούμενες κυβερνητικές παρεμβάσεις είναι εσφαλμένο. Οι κυβερνήσεις εμπλέκονται πάντα, και οι υπέρμαχοι της ελεύθερης αγοράς έχουν πολιτικά κίνητρα όπως όλοι. Αν ξεπεράσουμε το μύθο ότι υπάρχει αντικειμενικά ορισμένη «ελεύθερη αγορά», θα έχουμε κάνει το πρώτο βήμα για να κατανοήσουμε τον καπιταλισμό.
Η εργασία πρέπει να είναι ελεύθερη
Το 1819 εισήχθη στο Βρετανικό Κοινοβούλιο νομοθεσία σχετικά με την παιδική εργασία, ο Ρυθμιστικός Νόμος Εργοστασίων Βάμβακος (Cotton Factories Regulation Act). Οι προτεινόμενες νομοθετικές ρυθμίσεις ήταν εντελώς επιφανειακές για τα σύγχρονα δεδομένα. Απαγόρευε την εργασία των μικρών παιδιών ηλικίας μέχρι εννέα ετών. Επέτρεπε σε μεγαλύτερα παιδιά (ηλικίας μεταξύ δέκα και δεκαέξι ετών) να εξακολουθούν να εργάζονται, αλλά το ωράριο εργασίας θα περιοριζόταν σε δώδεκα ώρες ημερησίως (πράγματι, τα κακομάθαιναν). Οι νέες ρυθμίσεις θα εφαρμόζονταν μόνο στα εργοστάσια βάμβακος, στα οποία οι συνθήκες ήταν εξαιρετικά επιβλαβείς για την υγεία των εργατών.
Η ανωτέρω πρόταση προξένησε τεράστιες έριδες. Οι επικριτές υποστήριζαν ότι υπονόμευε την ιερότητα της συμβατικής ελευθερίας και συνεπώς υπέσκαπτε τα ίδια τα θεμέλια της ελεύθερης αγοράς. Κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου, ορισμένα μέλη της Βουλής των Λόρδων εξέφρασαν την αντίθεσή τους, λέγοντας ότι «η εργασία πρέπει να είναι ελεύθερη». Το επιχείρημά τους ήταν ότι τα παιδιά θέλουν (και χρειάζεται) να εργαστούν, και οι ιδιοκτήτες των εργοστασίων θέλουν να τα προσλάβουν. Ποιο, λοιπόν, είναι το πρόβλημα;
Σήμερα, δεν περνά καν απ’ το μυαλό ακόμα και των πιο φανατικών υπέρμαχων της ελεύθερης αγοράς στη Βρετανία και στις υπόλοιπες πλούσιες χώρες η επαναφορά της παιδικής εργασίας στο πλαίσιο της φιλελευθεροποίησης της αγοράς που ευαγγελίζονται. Ωστόσο, μέχρι τα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα, όταν εισήχθησαν στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική τα πρώτα σοβαρά νομοθετήματα κατά της παιδικής εργασίας, πολλοί ευυπόληπτοι πολιτικοί θεώρησαν ότι οι νόμοι που απαγόρευαν την παιδική εργασία ήταν ενάντια στις αρχές της ελεύθερης αγοράς.
Υπ’ αυτό το πρίσμα, η «ελευθερία» της αγοράς είναι όπως και η ομορφιά: υποκειμενική. Αν κάποιος πιστεύει ότι το δικαίωμα των παιδιών να μην εργάζονται είναι πιο σημαντικό από το δικαίωμα των εργοστασιαρχών να προσλαμβάνουν όποιον τους συμφέρει περισσότερο, δεν θα εκλάβει την απαγόρευση της παιδικής εργασίας ως καταπάτηση της ελευθερίας της αγοράς εργασίας. Αντίστοιχα, αν κάποιος πιστεύει το αντίθετο, θα θεωρεί ότι η αγορά είναι «ανελεύθερη», δέσμια άστοχων κυβερνητικών ρυθμίσεων.
Δεν χρειάζεται να πάμε δύο αιώνες πίσω για να διαπιστώσουμε ότι οι κανονιστικές ρυθμίσεις τις οποίες εκλαμβάνουμε ως δεδομένες (και θεωρούμε ενσωματωμένες στην ελεύθερη αγορά) δέχθηκαν σφοδρή κριτική, επειδή υπονόμευαν την ελεύθερη αγορά, όταν πρωτοεισήχθησαν. όταν τέθηκαν οι πρώτες περιβαλλοντικές ρυθμίσεις (π.χ. κανονισμοί για τους ρύπους αυτοκινήτων και εργοστασίων) πριν από μερικές δεκαετίες, πολλοί αντιτάχθηκαν υποστηρίζοντας ότι περιόριζαν υπέρμετρα την ελευθερία επιλογής. έθεσαν το εξής ερώτημα: Αν οι άνθρωποι θέλουν να οδηγούν αυτοκίνητα που ρυπαίνουν περισσότερο ή αν τα εργοστάσια έχουν μεγαλύτερα κέρδη υιοθετώντας μεθόδους παραγωγής που μολύνουν το περιβάλλον, για ποιο λόγο το κράτος τούς στερεί αυτή την επιλογή; Στις μέρες μας, η συντριπτική πλειοψηφία αποδέχεται αυτούς τους κανονισμούς. Κατανοεί ότι οι πράξεις που βλάπτουν τους άλλους, όσο ακούσιες και αν είναι (όπως η ρύπανση του περιβάλλοντος), πρέπει να περιορίζονται. Συνειδητοποιεί επίσης ότι είναι λογικό να γίνεται προσεκτική χρήση των διαθέσιμων πηγών ενέργειας, καθώς πολλές από αυτές είναι μη ανανεώσιμες. Μπορεί ακόμα και να θεωρεί λογικό τον περιορισμό της ανθρώπινης επίδρασης στην κλιματική αλλαγή.
Αν η ίδια αγορά μπορεί να εκλαμβάνεται ως ελεύθερη σε διαφορετικό βαθμό από διαφορετικούς ανθρώπους, δεν υπάρχει κάποιος πραγματικά αντικειμενικός τρόπος καθορισμού τού πόσο ελεύθερη είναι αυτή η αγορά. Με άλλα λόγια, η ελεύθερη αγορά είναι μια ψευδαίσθηση. Αν κάποιες αγορές φαίνονται ελεύθερες, αυτό ισχύει μόνο και μόνο επειδή αποδεχόμαστε σε τέτοιο βαθμό τούς κανονισμούς που τις διέπουν, ώστε καθίστανται αόρατοι.
Σύρματα και μαχητές του κουνγκ-φου
Όπως και πολύς κόσμος, όταν ήμουν παιδάκι είχα κατεντυπωσιαστεί με όλους αυτούς τους μαχητές του κουνγκ-φου που έπαιζαν στις ταινίες απ’ το Χονγκ Κονγκ και αψηφούσαν τη βαρύτητα. όπως και πολλά άλλα παιδιά, υποθέτω, απογοητεύτηκα πικρά όταν έμαθα ότι όλοι αυτοί οι μαχητές στην πραγματικότητα κρέμονταν από σύρματα.
Η ελεύθερη αγορά είναι κάπως έτσι. Αποδεχόμαστε την ορθότητα ορισμένων κανονισμών σε τέτοιο βαθμό, ώστε καταλήγουμε να μην τους αντιλαμβανόμαστε πλέον. Αν τις εξετάσουμε πιο προσεκτικά, θα δούμε ότι οι αγορές διέπονται από κανονισμούς – και μάλιστα πολλούς.
Κατ’ αρχάς, υπάρχει μια ευρύτατη γκάμα περιορισμών σχετικά με το τι είναι εμπορεύσιμο. Και δεν εννοώ τις απαγορεύσεις σε αυτονόητα πράγματα, όπως ναρκωτικά και ανθρώπινα όργανα. Οι εκλεκτορικές ψήφοι, οι θέσεις εργασίας στο δημόσιο και οι δικαστικές αποφάσεις δεν πωλούνται, τουλάχιστον ανοιχτά, στις σύγχρονες οικονομίες, παρόλο που κάτι τέτοιο συνέβαινε σε πολλές χώρες στο παρελθόν. Οι πανεπιστημιακές θέσεις συνήθως δεν είναι προς πώληση, αν και σε ορισμένες χώρες είναι εξαγοράσιμες, είτε δωροδοκώντας (παράνομα) τους εκλέκτορες είτε προσφέροντας (νόμιμα) χρήματα στο πανεπιστήμιο. Πολλές χώρες απαγορεύουν την εμπορία όπλων ή αλκοόλ. Τα φάρμακα, ως επί το πλείστον, πρέπει να έχουν ειδική κρατική άδεια που να πιστοποιεί την ασφάλειά τους, για να τεθούν σε κυκλοφορία. όλοι οι ανωτέρω κανονισμοί είναι δυνάμει αμφισβητήσιμοι – όπως ήταν και η απαγόρευση του εμπορίου ανθρώπων (δουλεμπόριο) πριν από ενάμιση αιώνα.
Υπάρχουν επίσης περιορισμοί σχετικά με το ποιος μπορεί να συμμετέχει στις αγορές. Οι νόμοι κατά της παιδικής εργασίας απαγορεύουν την είσοδο των παιδιών στην αγορά εργασίας. Για την άσκηση πολλών επαγγελμάτων που έχουν σημαντικό αντίκτυπο στην ανθρώπινη ζωή, όπως οι γιατροί και οι δικηγόροι, απαιτείται άδεια (αν και σε ορισμένες περιπτώσεις οι άδειες αυτές εκδίδονται από επαγγελματικές ενώσεις και όχι από το κράτος). Πολλές χώρες απαιτούν από τις εταιρείες ένα ελάχιστο κεφάλαιο για την ίδρυση τράπεζας. Ακόμα και στην αγορά του χρηματιστηρίου, της οποίας η έλλειψη κανονιστικών ρυθμίσεων οδήγησε στην ύφεση του 2008, υπάρχουν νό μοι για το ποιος μπορεί να προβαίνει σε χρηματιστηριακές πράξεις. Δεν μπορεί όποιος θέλει να μπει στην αίθουσα συναλλαγών του Χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης και να πουλήσει ένα τσουβάλι μετοχές. Οι εταιρείες πρέπει να πληρούν τις απαιτήσεις περί εισηγμένων εταιρειών και να συμμορφώνονται με τους πλέον αυστηρούς ελεγκτικούς κανονισμούς επί σειρά ετών, για να μπορούν να διαπραγματεύονται τις μετοχές τους στο χρηματιστήριο. Οι χρηματιστηριακές πράξεις πραγματοποιούνται μόνο από χρηματιστές που διαθέτουν ειδική άδεια.
Οι προύποθέσεις του εμπορίου εξειδικεύονται επίσης. ένα από τα πράγματα που μου προκάλεσε έκπληξη όταν μετακόμισα στη Βρετανία στα μέσα της δεκαετίας του ’80 ήταν ότι υπήρχε δυνατότητα πλήρους επιστροφής των χρημάτων όταν ένας καταναλωτής επέστρεφε ένα προίόν που δεν ήταν της αρεσκείας του, ακόμα και αν αυτό δεν ήταν ελαττωματικό. Εκείνη την εποχή, κάτι τέτοιο δεν ίσχυε στην Κορέα, παρά μόνο στα πιο ακριβά πολυκαταστήματα. Στη Βρετανία, το δικαίωμα του καταναλωτή να αλλάξει γνώμη θεωρείτο πιο σημαντικό από το δικαίωμα του πωλητή να αποφύγει το κόστος της επιστροφής αζήτητων (πλην όμως λειτουργικών) προίόντων στον κατασκευαστή. Υπάρχουν πολλοί άλλοι κανόνες που ρυθμίζουν διάφορους τομείς της συναλλακτικής διαδικασίας: ευθύνη του κατασκευαστή, αποτυχία αποστολής, δανειακή υπερημερία, κτλ. Σε πολλές χώρες, απαιτούνται, εκτός των άλλων, και ειδικές άδειες σχετικά με την τοποθεσία των εμπορικών καταστημάτων – όπως απαγόρευση υπαίθριου εμπορίου ή πολεοδομικοί κανονισμοί που απαγορεύουν τις εμπορικές δραστηριότητες σε οικιστικές περιοχές.
Έπειτα, υπάρχει η ρύθμιση των τιμών. Μιλώντας δε για ρύθμιση τιμών, δεν εννοώ μόνο τις πλέον ορατές περιπτώσεις των πλαφόν στα ενοίκια και των κατώτατων ημερομισθίων, που αποτελούν το αγαπημένο θέμα γκρίνιας των οικονομολόγων της ελεύθερης αγοράς.
Τα ημερομίσθια στις πλούσιες χώρες καθορίζονται πάνω απ’ όλα, περισσότερο και από τη νομοθεσία περί κατώτατων ημερομισθίων, από τον έλεγχο της μετανάστευσης. Πώς γίνεται αυτό; Σίγουρα όχι από την «ελεύθερη» αγορά εργασίας, που, αν δεν υπήρχαν οι υφιστάμενοι περιορισμοί, θα κατέληγε να αντικαταστήσει το 80-90% των εργαζομένων με φθηνότερους και συχνά πιο παραγωγικούς μετανάστες. Η μετανάστευση αποτελεί, ως επί το πλείστον, πολιτικό ζήτημα. Αν, λοιπόν, εξακολουθείτε να έχετε κάποια αμφιβολία για τον τεράστιο ρόλο που παίζουν οι κυβερνήσεις στην οικονομία της ελεύθερης αγοράς, αναλογιστείτε το εξής: ότι οι μισθοί μας είναι κατά βάση πολιτικά καθορισμένοι (βλ. Αλήθεια 3η).
Μετά την οικονομική κρίση του 2008, οι τιμές των δανείων (αν καταφέρετε να πάρετε δάνειο ή αν έχετε κάποιο υφιστάμενο δάνειο με κυμαινόμενο επιτόκιο) έχουν μειωθεί σε πολλές χώρες λόγω της συνεχούς πτώσης των επιτοκίων. Αυτό συνέβη άραγε επειδή ξαφνικά κανείς δεν ήθελε δάνειο, κι έτσι οι τράπεζες αναγκάστηκαν να μειώσουν τις τιμές τους για να προσελκύσουν πελατεία; όχι. Πρόκειται για το αποτέλεσμα κυβερνητικών αποφάσεων που έχουν σκοπό να αναζωπυρώσουν τη ζήτηση μειώνοντας τα επιτόκια. Ακόμα και σε ομαλές περιόδους, τα επιτόκια ρυθμίζονται στις περισσότερες χώρες από τις κεντρικές τράπεζες, που αποτελούν όργανα της κυβερνητικής πολιτικής. Με άλλα λόγια, τα επιτόκια καθορίζονται επίσης από τους πολιτικούς.
Αν οι μισθοί και τα επιτόκια βασίζονται (σε μεγάλο βαθμό) σε πολιτικές αποφάσεις, τότε και όλες οι άλλες τιμές είναι πολιτικά καθορισμένες, αφού οι μισθοί και τα επιτόκια επηρεάζουν όλες τις τιμές.
Είναι το ελεύθερο εμπόριο δίκαιο;
Λέμε ότι μια ρύθμιση μας περιορίζει, μόνο όταν δεν συμφωνούμε με την ηθική της βάση. Οι υψηλοί δασμοί που επέβαλε η ομοσπονδιακή κυβέρνηση των ΗΠΑ στο ελεύθερο εμπόριο τον 19ο αιώνα εξόργισαν τους ιδιοκτήτες σκλάβων, που δεν θεωρούσαν μεμπτή την εμπορία ανθρώπων στο πλαίσιο της ελεύθερης αγοράς. Για τους υπέρμαχους της δουλείας, η απαγόρευση της εμπορίας σκλάβων ήταν απαράδεκτη κατά τον ίδιο τρόπο που για κάποιους είναι απαράδεκτοι οι περιορισμοί στην εμπορία βιομηχανικών προίόντων. Οι κορεάτες καταστηματάρχες τη δεκαετία του ’80 πιθανότατα θα εκλάμβαναν την προαναφερθείσα «επιστροφή προίόντων άνευ όρων» ως άδικο και επιβαρυντικό περιορισμό της συναλλακτικής ελευθερίας, επιβεβλημένο από το κράτος.
Η σύγκρουση αξιών αποτελεί επίσης τη βάση της σύγχρονης διαμάχης μεταξύ ελεύθερου και δίκαιου εμπορίου. Πολλοί Αμερικανοί θεωρούν ότι η συμμετοχή της Κίνας στο διεθνές εμπόριο μπορεί να είναι ελεύθερη, αλλά δεν είναι δίκαιη. Κατά την άποψή τους, έχοντας εξευτελιστικά χαμηλά ημερομίσθια και εξαναγκάζοντας τους εργάτες να δουλεύουν υπό απάνθρωπες συνθήκες, η Κίνα μεταχειρίζεται αθέμιτες πρακτικές. Οι Κινέζοι απ’ την πλευρά τους απαντούν ότι είναι απαράδεκτο το ότι οι πλούσιες χώρες, ενώ ευαγγελίζονται την ελευθερία του εμπορίου, προσπαθούν να θέσουν φραγμούς στις κινέζικες εξαγωγές επιβάλλοντας περιορισμούς στην εισαγωγή προίόντων που κατασκευάζονται από εργάτες-σκλάβους. Θεωρούν άδικο το να μην μπορούν να εκμεταλλευτούν το μοναδικό συγκριτικό τους πλεονέκτημα – τα φθηνά εργατικά χέρια.
Η δυσκολία, βεβαίως, στο όλο επιχείρημα είναι ότι δεν υφίσταται αντικειμενικός τρόπος καθορισμού των «εξευτελιστικά χαμηλών ημερομισθίων» ή των «απάνθρωπων συνθηκών εργασίας». Με τα τεράστια διεθνή χάσματα που υπάρχουν στους τομείς της οικονομικής ανάπτυξης και των συνθηκών διαβίωσης, είναι φυσικό και επόμενο ότι ένας μισθός πείνας στις ΗΠΑ αποτελεί αξιοπρεπή αμοιβή για έναν Κινέζο (ο μέσος μισθός ανέρχεται στο 10% του αμερικάνικου) και μια περιουσία για έναν Ινδό (ο μέσος μισθός ανέρχεται στο 2% του αμερικάνικου). Πράγματι, οι περισσότεροι υπέρμαχοι του δίκαιου εμπορίου στην Αμερική δεν θα δέχονταν επίσης να αγοράσουν προίόντα κατασκευασμένα από τους παππούδες τους, οι οποίοι εργάζονταν ατελείωτες ώρες και υπό απάνθρωπες συνθήκες. Μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα, το μέσο ωράριο εργασίας στις ΗΠΑ ήταν 60 ώρες την εβδομάδα. Επρόκειτο για μια εποχή (και συγκεκριμένα το 1905) όπου το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε αντισυνταγματικό ένα νόμο της Πολιτείας της Νέας Υόρκης ο οποίος περιόριζε το ωράριο εργασίας των εργατών σε αρτοποιεία σε δέκα ώρες ημερησίως, με την αιτιολογία ότι «στερούσε στους αρτοποιούς την ελευθερία να εργάζονται όσο επιθυμούν».
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, η διαμάχη περί δικαίου εμπορίου έχει να κάνει περισσότερο με ηθικές αξίες και πολιτικές αποφάσεις, παρά με οικονομικά με την κοινή έννοια. Ενώ πρόκειται στην ουσία για οικονομικό ζήτημα, δεν είναι εύκολο για τους οικονομολόγους να αποφανθούν επ’ αυτού.
Όλα αυτά βέβαια δεν σημαίνουν ότι πρέπει απλώς να διαλέξουμε πλευρά και να αποφύγουμε την κριτική επειδή όλα είναι σχετικά. Μπορούμε να έχουμε άποψη (και εγώ έχω) για το κατά πόσον είναι αποδεκτές οι υπάρχουσες συνθήκες εργασίας στην Κίνα (ή και σε οποιαδήποτε άλλη χώρα) και να προσπαθούμε να τις βελτιώσουμε χωρίς να θεωρούμε ότι όσοι υποστηρίζουν μια διαφορετική άποψη έχουν άδικο υπό κάποια απόλυτη έννοια. Παρόλο που η Κίνα δεν έχει τη δυνατότητα να προσφέρει αμερικάνικους μισθούς ή συνθήκες εργασίας σαν αυτές που επικρατούν στη Σουηδία, σαφώς και υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης τόσο στους μισθούς όσο και στις εργασιακές συνθήκες. Πράγματι, πολλοί Κινέζοι δεν αποδέχονται την υφιστάμενη κατάσταση και απαιτούν αυστηρότερες νομοθετικές ρυθμίσεις. Ωστόσο οι οικονομικές θεωρίες (τουλάχιστον οι οικονομολόγοι της ελεύθερης αγοράς) δεν μπορούν να απαντήσουν στο ποια πρέπει να είναι τα «σωστά» ημερομίσθια και οι συνθήκες εργασίας στην Κίνα.
Εδώ δεν είναι Γαλλία
Τον Ιούλιο του 2008, όταν το αμερικανικό οικονομικό σύστημα βρισκόταν υπό κατάρρευση, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση διέθεσε 200 δις δολάρια για τη διάσωση των στεγαστικών τραπεζών Fannie Mae και Freddie Mac, εθνικοποιώντας τες. Ο Ρεπουμπλικάνος Γερουσιαστής του Κεντάκι Τζιμ Μπάνινγκ κατέκρινε την εν λόγω ενέργεια με την περιβόητη φράση ότι «κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί μόνο σε μια “σοσιαλιστική” χώρα όπως η Γαλλία».
Σαν να μην έφτανε δε ο ξεπεσμός στα επίπεδα των Γάλλων, στις 19 Σεπτεμβρίου 2008 η αγαπημένη πατρίδα του Γερουσιαστή Μπάνινγκ μετατράπηκε στην ίδια την αυτοκρατορία του κακού. Το τελειωτικό αυτό χτύπημα προήλθε μάλιστα από τον ίδιο τον ηγέτη του κόμματός του. Σύμφωνα με το πρόγραμμα που ανακοίνωσε εκείνη τη μέρα ο Πρόεδρος Τζωρτζ Γ. Μπους και που στη συνέχεια ονομάστηκε TARP (Trouble Asset Relief Program – Πρόγραμμα Στήριξης Επισφαλών Περιουσιακών Στοιχείων), η κυβέρνηση των ΗΠΑ θα διέθετε τουλάχιστον 700 δις δολάρια από τα λεφτά των φορολογούμενων για να αγοράσει τα «τοξικά ομόλογα» που είχαν δηλητηριάσει το οικονομικό σύστημα.
Ο Πρόεδρος Μπους, ωστόσο, έβλεπε τα πράγματα διαφορετικά. Υποστήριξε ότι το εν λόγω πρόγραμμα δεν ήταν «σοσιαλιστικό», αλλά συνέχεια του αμερικανικού συστήματος του ελεύθερου επιχειρείν, το οποίο «βασίζεται στο αξίωμα ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θα παρέμβει στην αγορά μόνο όταν είναι αναγκαίο». Σύμφωνα με την άποψή του, λοιπόν, η εθνικοποίηση ενός τεράστιου τμήματος του χρηματοοικονομικού τομέα ήταν απλώς ένα απ’ αυτά τα αναγκαία πράγματα.
Οι δηλώσεις του Προέδρου Μπους αποτελούν φυσικά κατεξοχήν παράδειγμα πολιτικής διγλωσσίας – μια από τις μεγαλύτερες κρατικές παρεμβάσεις της ανθρώπινης ιστορίας μεταμφιέζεται σε απλή πρακτική στο πλαίσιο της αγοράς. Με αυτά ακριβώς τα λόγια, όμως, ο κος Μπους εξέθεσε τα σαθρά θεμέλια στα οποία στηρίζεται ο μύθος περί ελεύθερης αγοράς. όπως φανερώνουν ξεκάθαρα οι δηλώσεις του, το τι αποτελεί αναγκαία κρατική παρέμβαση που συνάδει με τον καπιταλισμό της ελεύθερης αγοράς είναι σχετικό. Το πού αρχίζει και πού τελειώνει η ελεύθερη αγορά δεν είναι επιστημονικά καθορισμένο.
Αφού, επομένως, δεν υφίστανται απαράβατα όρια στην ελεύθερη αγορά, τυχόν απόπειρες μεταβολής τους είναι εξίσου θεμιτές με τις απόπειρες υπεράσπισής τους. Πράγματι, η ιστορία του καπιταλισμού είναι μια συνεχής διαμάχη για την οριοθέτηση της αγοράς.
Πολλά από τα αγαθά που είναι σήμερα εκτός αγοράς, όπως άνθρωποι, θέσεις εργασίας στο δημόσιο, ψήφοι, δικαστικές αποφάσεις, πανεπιστημιακές έδρες ή απιστοποίητα φάρμακα, εξαιρέθηκαν χάρη σε πολιτικές αποφάσεις, παρά από την ίδια την αγορά. Κάποιοι προσπαθούν μεν να αποκτήσουν κάτι από τα παραπάνω είτε παράνομα (δωροδοκίες κυβερνητικών αξιωματούχων, δικαστών και ψηφοφόρων) είτε νόμιμα (χρήση μεγαλοδικηγόρων για να κερδίσουν μια δίκη, δωρεές σε πολιτικά κόμματα, κτλ.), αλλά είναι μια τάση που δεν φαίνεται να επικρατεί.
Σε ό,τι αφορά τα εμπορεύσιμα αγαθά, με το πέρασμα του χρόνου εισάγονται ολοένα και περισσότεροι περιορισμοί. Ακόμα και σε σύγκριση με τις αμέσως προηγούμενες δεκαετίες, σήμερα υφίστανται πολύ πιο αυστηροί κανονισμοί σε σχέση με το ποιος μπορεί να παράγει τι (π.χ. πιστοποίηση για παραγωγή βιολογικών προίόντων ή προίόντων δίκαιου εμπορίου), πώς παράγεται το καθετί (π.χ. περιορισμοί σχετικά με τη μόλυνση του περιβάλλοντος ή τις εκπομπές ρύπων) και πώς πουλιέται (π.χ. νόμοι για τη σήμανση και τις επιστροφές προίόντων).
Επιπλέον, η διαδικασία επανακαθορισμού των ορίων της αγοράς πολλές φορές χαρακτηρίζεται από βίαιες συγκρούσεις, γεγονός που αντικατοπτρίζει την πολιτική της φύση. Στην Αμερική ξέσπασε εμφύλιος πόλεμος για το ελεύθερο εμπόριο σκλάβων (αν και το ελεύθερο εμπόριο αγαθών –ή το θέμα των δασμών– αποτέλεσε εξίσου σημαντικό αίτιο). Η βρετανική κυβέρνηση διεξήγαγε τον Πόλεμο του Οπίου εναντίον της Κίνας για να διασφαλίσει το ελεύθερο εμπόριο του οπίου. όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως, η απαγόρευση της παιδικής εργασίας στην ελεύθερη αγορά επετεύχθη μονάχα χάρη στους αγώνες των υποστηρικτών των κοινωνικών μεταρρυθμίσεων. Η απαγόρευση εμπορευματοποίησης των θέσεων εργασίας στο δημόσιο και των ψήφων αντιμετώπισε σθεναρή αντίσταση από πολιτικά κόμματα που εξαγόραζαν ψήφους και έταζαν θέσεις στο δημόσιο για να ανταμείψουν τους πιστούς οπαδούς τους. Οι εν λόγω πρακτικές εξέλιπαν χάρη σε ένα συνδυασμό πολιτικού ακτιβισμού, εκλογικών μεταρρυθμίσεων και νομοθετικών αλλαγών σχετικά με τις προσλήψεις στο δημόσιο.
Η παραδοχή πως τα όρια της αγοράς είναι ασαφή και πως είναι αδύνατον να καθοριστούν αντικειμενικά μάς βοηθά να συνειδητοποιήσουμε ότι τα οικονομικά δεν είναι επιστήμη, όπως η φυσική ή η χημεία, αλλά αποτελούν πολιτική άσκηση. Οι οικονομολόγοι της ελεύθερης αγοράς μπορεί να θέλουν να πιστεύετε ότι τα ορθά όρια της αγοράς μπορούν να καθοριστούν επιστημονικά, αλλά αυτό είναι λάθος. Αν το γνωστικό αντικείμενο δεν μπορεί να οριοθετηθεί με επιστημονικό τρόπο, τότε δεν μιλάμε για επιστήμη.
Υπό αυτή την οπτική, η εναντίωση σε έναν καινούργιο κανονισμό ισοδυναμεί με το να υποστηρίζει κανείς ότι το status quo, όσο άδικο και αν είναι για ορισμένους, δεν πρέπει να μεταβάλλεται. Με το να λέει δε κανείς ότι οι υφιστάμενοι κανονισμοί θα πρέπει να καταργηθούν, υποστηρίζει ότι η επικράτεια της αγοράς θα πρέπει να διευρυνθεί, πράγμα που σημαίνει ότι θα παραχωρηθεί μεγαλύτερη ισχύ στους πλούσιους, καθώς η αγορά διέπεται από την αρχή «χρήμα έχω, ό,τι θέλω κάνω».
Άρα, όταν οι οικονομολόγοι της ελεύθερης αγοράς ισχυρίζονται ότι δεν πρέπει να επιβάλλεται κανένα κανονιστικό πλαίσιο, καθώς θα περιορίσει την «ελευθερία» μιας συγκεκριμένης αγοράς, εκφράζουν απλώς μια πολιτική άποψη, όπου απορρίπτουν τα δικαιώματα που υπερασπίζει η εκάστοτε προτεινόμενη νομοθετική ρύθμιση. Η ιδεολογική τους επικάλυψη συνίσταται στο να προσποιούνται ότι τα πολιτικά τους κίνητρα δεν είναι στην πραγματικότητα πολιτικά, αλλά μια αντικειμενική οικονομική αλήθεια, ενώ τα κίνητρα των υπολοίπων είναι πολιτικά. Ωστόσο τα κίνητρά τους είναι εξίσου πολιτικά με αυτά των αντιπάλων τους.
Η διάλυση της ψευδαίσθησης περί αντικειμενικότητας της αγοράς είναι το πρώτο βήμα για την κατανόηση του καπιταλισμού.

Πριν από μερικές ημέρες, καθώς έκανα αφηρημένα ζάπινγκ, έπεσα σε ένα κανάλι όπου προβαλλόταν ένα είδος μεγάλου διαφημιστικού μηνύματος ή η αναγγελία μιας προσεχούς εκπομπής. Έχω την εντύπωση ότι ήταν στο κανάλι 4 ή 5, αλλά δεν είμαι σίγουρος (και αυτό επιβεβαιώνει, όπως έλεγα σε ένα προηγούμενο σημείωμά μου, πόσο περισσότερο ανυπεράσπιστος ιδεολογικά είναι ο τηλεθεατής σε σχέση με τον αναγνώστη εφημερίδων, ο όποιος γνωρίζει πάντοτε με ακρίβεια ποιος του μιλάει). Διαφημίζονταν τα θαύματα του cd-rom, δηλαδή εκείνων των δισκετών πολύ-μέσων που μπορούν να μας δώσουν το ισοδύναμο μιας ολόκληρης εγκυκλοπαίδειας με χρώματα, ήχους και δυνατότητες άμεσων συνδέσεων από θέμα σε θέμα. Καθώς έχω κάποια εμπειρία σε αυτό το πεδίο και επομένως γνωρίζω το θέμα, παρακολουθούσα απρόσεκτα. Μέχρι που, σε ένα ορισμένο σημείο, άκουσα να αναφέρεται και το όνομά μου. Έλεγαν πως εγώ είχα δηλώσει ότι αυτές οι δισκέτες θα αντικαταστήσουν οριστικά τα βιβλία. Κανείς, εφόσον δεν είναι παρανοϊκός, δεν μπορεί να έχει την αξίωση οι άλλοι να διαβάζουν όλα όσα γράφει, αλλά τουλάχιστον μπορεί να ελπίζει ότι δεν θα τον εμφανίζουν να λέει το αντίθετο, ιδίως αν τον χρησιμοποιούν αθέμιτα ως μάρτυρα κάποιου πράγματος. Η πραγματικότητα είναι πως επαναλαμβάνω προς πάσα κατεύθυνση ότι το cd-rom «δεν» θα μπορέσει να αντικαταστήσει το βιβλίο. Όποιος συνέταξε αυτό το κείμενο ή είναι ηλίθιος ή είναι ψεύτης. Δεν υπάρχουν άλλες πιθανότητες. Σε κάθε περίπτωση θα ʽπρεπε να στειρώσουν τους γονείς του για καιρό, αλλά τώρα η ζημιά έγινε.

Υπάρχουν δύο τύποι βιβλίων, εκείνα που πρέπει να τα συμβουλευόμαστε και εκείνα που πρέπει να τα διαβάζουμε. Τα πρώτα (το αντιπροσωπευτικό δείγμα είναι ο τηλεφωνικός κατάλογος, αλλά φτάνουμε μέχρι τα λεξικά και τις εγκυκλοπαίδειες) καταλαμβάνουν πολύ χώρο στο σπίτι, είναι δύσκολο να τα χειριστούμε και είναι ακριβά. Αυτά θα μπορούν να αντικατασταθούν από δίσκους πολυμέσων, έτσι θα απελευθερωθεί χώρος στο σπίτι και στις δημόσιες βιβλιοθήκες για τα βιβλία που πρέπει να διαβάζουμε (που φτάνουν από τη Θεία Κωμωδία ως το τελευταίο αστυνομικό μυθιστόρημα). Τα βιβλία που πρέπει να διαβάζουμε δεν μπορούν να αντικατασταθούν από κανένα περίεργο ηλεκτρονικό κατασκεύασμα. Έχουν φτιαχτεί για να τα παίρνουμε στα χέρια μας, ακόμη και στο κρεβάτι, ακόμη και μέσα στο πλήθος, ακόμη και εκεί όπου δεν υπάρχουν ηλεκτρικές πρίζες, ακόμη και όπου και όταν οποιαδήποτε μπαταρία έχει αποφορτιστεί, μπορούμε να τα υπογραμμίζουμε, μας επιτρέπουν να διπλώνουμε τις γωνίες των σελίδων τους ή να βάζουμε σελιδοδείκτες, μπορούμε να τα αφήσουμε να πέσουν στη γη ή να τα εγκαταλείψουμε ανοιχτά πάνω στο στήθος ή τα γόνατα όταν μας παίρνει ο ύπνος, μπαίνουν στην τσέπη, φθείρονται, παίρνουν μιας ατομική φυσιογνωμία ανάλογα με την ένταση και την κανονικότητα των αναγνώσεών μας, μας θυμίζουν (αν μας φαίνονται υπερβολικά καινούρια και άκοπα) ότι δεν τα έχουμε ακόμα διαβάσει, τα διαβάζουμε κρατώντας το κεφάλι όπως θέλουμε εμείς, χωρίς να μας επιβάλουν την ακίνητη και τεντωμένη ανάγνωση της οθόνης ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή, φιλικότατου σε όλα εκτός από τον αυχένα. Δοκιμάστε να διαβάσετε όλη τη Θεία Κωμωδία, έστω και μόνο για μιας ώρα την ημέρα, σε ένα ηλεκτρονικό υπολογιστή και έπειτα τα λέμε. Το βιβλίο που πρέπει να διαβάζουμε ανήκει σε εκείνα τα θαύματα μιας αιώνιας τεχνολογίας της οποίας μέρος αποτελούν ο τροχός, το μαχαίρι, το κουτάλι, το σφυρί, το τσουκάλι, το ποδήλατο. Το μαχαίρι επινοήθηκε πολύ νωρίς, το ποδήλατο αρκετά αργότερα. Αλλά όσο κι αν οι σχεδιαστές αντιγράφουν ιδέες τροποποιώντας κάποια λεπτομέρεια, η ουσία του μαχαιριού παραμένει πάντοτε η ίδια. Υπάρχουν μηχανές που αντικαθιστούν το σφυρί, αλλά για ορισμένα πράγματα θα είναι πάντοτε αναγκαίο κάτι που θα μοιάζει με το πρώτο σφυρί που εμφανίστηκε ποτέ πάνω στην επιφάνεια της γης. Μπορείτε να επινοήσετε ένα τέλειο σύστημα αλλαγής ταχυτήτων, αλλά το ποδήλατο παραμένει αυτό που είναι, δύο ρόδες, μια σέλα και τα πεντάλια. Διαφορετικά ονομάζεται μηχανάκι και είναι μια άλλη υπόθεση.

Η ανθρωπότητα για αιώνες προχώρησε προς τα μπρος διαβάζοντας και γράφοντας, πρώτα πάνω σε πέτρες, έπειτα πάνω σε κηρωμένες πλάκες, έπειτα πάνω σε περγαμηνές παπύρου, αλλά ήταν υπερβολικός μόχθος. Όταν ανακάλυψαν ότι μπορούσαν να δένουν μεταξύ τους τα φύλλα, έστω και αν ήσαν ακόμη χειρόγραφα, έβγαλαν ένα στεναγμό ανακούφισης. Και ποτέ πια δεν θα μπορέσουν να απαρνηθούν αυτό το θαυμαστό εργαλείο.
Η μορφή-βιβλίο καθορίστηκε από την ανατομίας μας, μπορούν να υπάρχουν πάρα πολύ μεγάλα βιβλία, αλλά αυτά έχουν κυρίως τη λειτουργία ντοκουμέντου ή διακόσμησης. Το στάνταρ βιβλίο δεν πρέπει να είναι πιο μικρό από ένα πακέτο τσιγάρα ή πιο μεγάλο από το Espresso. Εξαρτάται από τις διαστάσεις του χεριού μας και αυτές – τουλάχιστον για την ώρα – δεν έχουν αλλάξει, αν μας το επιτρέπει ο Μπιλ Γκέιτς. Είναι αλήθεια ότι η τεχνολογία μας υπόσχεται μηχανές με τις οποίες θα μπορούμε να εξερευνήσουμε μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή τις βιβλιοθήκες όλου του κόσμου, να επιλέγουμε τα κείμενα που μας ενδιαφέρουν, να τα εκτυπώνουμε στο σπίτι μας μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, με τους χαρακτήρες που επιθυμούμε – ανάλογα με το βαθμό της πρεσβυωπίας μας και τις αισθητικές μας προτιμήσεις – ενώ το ίδιο το φωτοαντιγραφικό μηχάνημα θα τακτοποιεί τα φύλλα και θα τα δένει, έτσι ώστε καθένας να μπορεί να συνθέτει προσωπικά έργα. Και λοιπόν; Θα χαθούν οι στοιχειοθέτες, τα τυπογραφεία, τα παραδοσιακά βιβλιοδετεία, αλλά θα έχουμε στα χέρια μας και πάλι και πάντα ένα βιβλίο.

του Ουμπέρτο Έκο (δημοσιεύτηκε στο ιταλικό περιοδικό L' Espresso στις 17 Μαρτίου 1995)

Οι ιδέες δεν υπάρχουν...

οι μόνες πραγματικότητες τελικώς είναι τα συμφέροντα, ατομικά - συλλογικά, αντικειμενικά - υποκειμενικά, βραχυπρόθεσμα  - μακροπρόθεσμα, αναγνωρίσιμα - μη αναγνωρίσιμα,  ο τρόπος που τα προστατεύουμε ή τα προωθούμε και οι ανθρώπινες αδυναμίες και τα πάθη.

Οι ιδέες λέω δεν οδηγούν τον άνθρωπο τελικώς, οι ιδέες δεν κινητοποιούν τον άνθρωπο απλά είναι ένα μέσο.


του Νίκου Δούκα

Οι οικονομικές συζητήσεις και αναλύσεις στην Ελλάδα κυριαρχούνται εδώ και πολλά έτη από τις διαμάχες μεταξύ των οπαδών του Σοσιαλισμού και του Φιλελευθερισμού. Οι αντίστοιχες σχολές οικονομικής σκέψης έλκουν τις ρίζες τους στον Γερμανο-Εβραίο Καρλ Μαρξ και στον Σκωτσέζο Άνταμ Σμιθ. Κοινό χαρακτηριστικό και των δύο σχολών είναι η σχετική έως πλήρης αδιαφορία για το εθνικό συμφέρον στην Οικονομία. Απέναντι σε αυτές τις δύο κοσμοπολιτικές σχολές σκέψης βρίσκεται το λεγόμενο Εθνικό Σύστημα, του οποίου η ονομασία οφείλεται στον Γερμανό οικονομολόγο Φρίντριχ Λιστ (1789-1846) και στο κύριο έργο του «Το Εθνικό Σύστημα της Πολιτικής Οικονομίας» (πρώτη έκδοση 1841).

Η θεωρία του Λιστ για την «εθνική οικονομία» διαφέρει από τα δόγματα της «προσωπικής οικονομίας» και της «κοσμοπολιτικής οικονομίας». Ο Λιστ αντιπαραθέτει την οικονομική συμπεριφορά του ατόμου με αυτή του έθνους. Ένα άτομο προωθεί μόνο τα προσωπικά του συμφέροντα, αλλά ένα κράτος καλλιεργεί την ευημερία όλων των πολιτών του. Ένα άτομο μπορεί να επιτύχει από δραστηριότητες που βλάπτουν το έθνος. «Η δουλεία είναι μία δημόσια καταστροφή για μία χώρα, ωστόσο μερικοί άνθρωποι μπορεί να πηγαίνουν πολύ καλά ως έμποροι ή ιδιοκτήτες σκλάβων» γράφει χαρακτηριστικά ο Λιστ. Επίσης δραστηριότητες ωφέλιμες για την κοινωνία μπορεί να βλάπτουν τα συμφέροντα συγκεκριμένων ατόμων. «Τα κανάλια και οι σιδηρόδρομοι ωφελούν ένα έθνος, αλλά οι αμαξάδες θα διαμαρτυρηθούν για αυτή την βελτίωση. Κάθε νέα εφεύρεση προκαλεί ενοχλήσεις σε μερικά άτομα και παρ’ όλα αυτά είναι μία δημόσια ευλογία».

Ο Λιστ υποστηρίζει ότι, αν και κάποια κυβερνητική δράση είναι απαραίτητη για να ενθαρρύνει την οικονομία, μία υπέρ το δέον παρεμβατική κυβέρνηση μπορεί να κάνει περισσότερο κακό από καλό. «Είναι κακή πολιτική η ρύθμιση των πάντων και η προώθηση των πάντων με την χρήση κρατικής δύναμης, όταν τα πράγματα μπορούν να ρυθμιστούν καλύτερα από μόνα τους και μπορούν να προωθηθούν καλύτερα με ιδιωτικές προσπάθειες. Αλλά δεν είναι λιγότερο κακή πολιτική να αφήνουμε στην τύχη τους τα πράγματα που μπορούν να προωθηθούν μόνο την παρέμβαση της κρατικής δύναμης».

Ο Λιστ προειδοποίησε έγκαιρα και προφητικά εναντίον της Παγκοσμιοποίησης. «Το αποτέλεσμα ενός γενικού ελεύθερου εμπορίου δεν θα είναι μία παγκόσμια δημοκρατία, αλλά αντιθέτως η παγκόσμια υποδούλωση των λιγότερο ανεπτυγμένων εθνών στην κυρίαρχη βιομηχανική, εμπορική και ναυτική δύναμη». Καθώς η ανθρωπότητα είναι διηρημένη σε ανεξάρτητα κράτη «ένα έθνος θα ήταν άφρον να προωθήσει την ευημερία όλης της ανθρώπινης φυλής σε βάρος της δικής του ισχύος, ευημερίας και ανεξαρτησίας».

Σύμφωνα με τον Λιστ τα έθνη της εύκρατης ζώνης μπορούν να περάσουν από τα ακόλουθα στάδια οικονομικής ανάπτυξης: α) ποιμενική ζωή β) γεωργία και γ) γεωργία σε συνδυασμό με την βιομηχανία και το εμπόριο. Η οικονομική αποστολή του κράτους είναι να δημιουργήσει με νομοθετικά και διοικητικά μέτρα τις απαραίτητες συνθήκες για την πρόοδο ενός έθνους από αυτά τα στάδια. Από αυτή την ανάλυση προκύπτουν οι προτάσεις του Λιστ. «Κάθε υπανάπτυκτο έθνος θα πρέπει να αρχίσει με ελεύθερο εμπόριο, ενθαρρύνοντας και βελτιώνοντας την γεωργία με συναλλαγές με πλουσιότερα και πιο καλλιεργημένα έθνη, εισάγοντας ξένα βιομηχανικά προϊόντα και εξάγοντας αγροτικά προϊόντα. Όταν το έθνος γίνει αρκετά ανεπτυγμένο ώστε να παράγει βιομηχανικά προϊόντα, τότε ένα σύστημα προστασίας πρέπει να δημιουργηθεί για να επιτρέψει στις εγχώριες βιομηχανίες να αναπτυχθούν πλήρως και να αποτρέψει την εξαφάνισή τους από τον ανταγωνισμό στην εγχώρια αγορά με πιο προηγμένες ξένες βιομηχανίες. Όταν οι εθνικές βιομηχανίες θα είναι αρκετά ισχυρές ώστε να μην φοβούνται τον ανταγωνισμό, τότε το υψηλότερο στάδιο προόδου έχει επιτευχθεί και το ελεύθερο εμπόριο μπορεί να γίνει ο κανόνας πάλι. Ότι χάνει ένα έθνος σε αξία προϊόντων κατά την διάρκεια της προστατευτικής περιόδου, το κερδίζει πολλαπλάσια σε παραγωγική αξία».

Η θεωρία του Λιστ ήταν αντίθετη με το απόλυτο δόγμα του ελεύθερου εμπορίου, το οποίο προωθούσε εκείνη την εποχή (αρχές του 19ου αιώνα) η Μεγάλη Βρετανία. Ο Λιστ υποστήριξε πως η Γερμανία πρέπει να ακολουθήσει τις πράξεις της Βρετανίας και όχι τα αφηρημένα δόγματα του Άνταμ Σμιθ. «Αν η Αγγλία τα είχε αφήσει όλα ελεύθερα (laissez faire, laissez aller), οι Γερμανοί έμποροι της Χανσεατικής Λίγκας θα συνέχισαν το εμπόριο τους στο Λονδίνο, οι Βέλγοι θα κατασκεύαζαν στις βιομηχανίες τους ρούχα για τους Άγγλους και η Αγγλία θα ήταν ακόμα ένας απέραντος βοσκότοπος, όπως η Πορτογαλία έγινε το αμπέλι της Αγγλίας και παραμένει μέχρι σήμερα. Είναι πολύ πιθανό ότι χωρίς την άκρως προστατευτική εμπορική πολιτική της, η Αγγλία δεν θα είχε ποτέ φθάσει σε τόσο υψηλό βαθμό πολιτικής ελευθερίας, γιατί αυτή η ελευθερία είναι κόρη της βιομηχανίας και του πλούτου».

Το πρακτικό συμπέρασμα που έβγαλε ο Λιστ είναι πως η κατακερματισμένη τότε σε κρατίδια Γερμανία χρειαζόταν για την οικονομική της πρόοδο μία ενιαία περιοχή με έξοδο στην θάλασσα για το εμπόριό της και μία δραστική ανάπτυξη της βιομηχανίας και του εμπορίου. Για να γίνει αυτό απαιτείτο μία έξυπνη προστατευτική νομοθεσία σε συνδυασμό με την τελωνιακή ένωση όλων των γερμανικών εδαφών και η δημιουργία γερμανικού εμπορικού ναυτικού. Το βιβλίο του Λιστ προκάλεσε μεγάλη εντύπωση στην Γερμανία και οι ιδέες του αναμφίβολα αποτέλεσαν τα οικονομικά θεμέλια της σύγχρονης Γερμανίας και εφαρμόστηκαν από την πρακτική ιδιοφυΐα του Βίσμαρκ. Παράλληλα η επέκταση και η ενοποίηση του σιδηροδρομικού δικτύου της Γερμανίας οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στις προτάσεις του Λιστ.

Αλλά και στα αναπτυσσόμενα έθνη του εξωτερικού η επιρροή του Λιστ ήταν και είναι σημαντική. Η Ιαπωνία του 19ου αιώνα ακολούθησε το οικονομικό μοντέλο του. Οι πολιτικές της Κίνας στην μετά τον Μάο εποχή είναι εμπνευσμένες από την θεωρία του Λιστ. Αλλά και αρκετοί σύγχρονοι οικονομολόγοι όταν προτείνουν οικονομικές πολιτικές για τις αναπτυσσόμενες χώρες παραπέμπουν συχνά στον Λιστ.

Δυστυχώς ο Φρίντριχ Λιστ και η οικονομική του θεωρία είναι παντελώς άγνωστος στην Ελλάδα, παρά τα τεράστια προβλήματα που αντιμετωπίζουν πολλοί κλάδοι της ελληνικής Οικονομίας από τον ανταγωνισμό ξένων επιχειρήσεων. Ως αποτέλεσμα οι εθνοκεντρικές οικονομικές προτάσεις είναι από ασθενείς έως ανύπαρκτες και οι οικονομικές συζητήσεις μονοπωλούνται από σοσιαλιστές και φιλελευθέρους. Ελπίζω το παρόν άρθρο να αποτελέσει την αρχή μίας εντονότερης και συστηματικότερης ενασχόλησης του πατριωτικού χώρου με την οικονομική θεωρία και την Οικονομία γενικότερα.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο τεύχος 13 (Σεπτέμβριος 2008) του μηνιαίου περιοδικού Patria.

Παλαιότερες αναρτήσεις