Blogger Template by Blogcrowds.

1 εικόνα
Μας λένε ότι ο καπιταλισμός της ελεύθερης αγοράς μπορεί να έχει τα ελαττώματά του, αλλά στην πραγματικότητα δεν υπάρχει άλλη βιώσιμη εναλλακτική λύση που να προσφέρει ευημερία σε όλους. Οι Δυτικές χώρες λειτουργούν πιο αποτελεσματικά και είναι οικονομικά πιο δραστήριες σε σύγκριση με τον αναπτυσσόμενο κόσμο. Η τεχνολογική ανάπτυξη αποτελεί το μέλλον όλων μας.

Σωστό; Λάθος! Το βιβλίο αυτό θα ταρακουνήσει συθέμελα ό,τι έχουμε ακούσει περί οικονομίας. Θα αποκαλύψει την αλήθεια για τα ψέματα που μας λένε και θα μας δείξει πώς λειτουργεί πραγματικά το σύστημα, φανερώνοντας μεταξύ άλλων ότι:
Δεν υφίσταται ελεύθερη αγορά.
Η παγκοσμιοποίηση δεν κάνει τον κόσμο πλουσιότερο.
Δεν ζούμε σε έναν ψηφιακό κόσμο – το πλυντήριο άλλαξε τη ζωή μας σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι το διαδίκτυο.
Οι φτωχές χώρες είναι πιο καινοτόμες από τις πλούσιες.
Τα υψηλόμισθα στελέχη δεν παράγουν καλύτερα αποτελέσματα.

Ακολουθεί απόσπασμα από το βιβλίο

Αλήθεια 1η: Δεν υφίσταται ελεύθερη αγορά
Τι μας λένε
Οι αγορές πρέπει να είναι ελεύθερες. όταν οι κυβερνήσεις παρεμβαίνουν υπαγορεύοντας στους συμμετέχοντες στις αγορές τι μπορούν να πράξουν και τι όχι, παρεμποδίζεται η απρόσκοπτη ροή των πλουτοπαραγωγικών πηγών. Αν οι άνθρωποι δεν μπορούν να ενεργήσουν προς την επίτευξη του μέγιστου δυνατού κέρδους, χάνουν το κίνητρο για επενδύσεις και καινοτομίες. Αντίστοιχα, αν η κυβέρνηση θέτει πλαφόν στις τιμές των ενοικίων, οι εκμισθωτές ακινήτων δεν έχουν κίνητρα για να διατηρούν τις ιδιοκτησίες τους σε καλή κατάσταση ή να χτίσουν καινούργιες. Αν πάλι η κυβέρνηση θέσει περιορισμούς στα είδη χρηματοοικονομικών προίόντων που μπορούν να εισέλθουν στην αγορά, δύο συμβαλλόμενα μέρη που ενδεχομένως να επωφελούνταν από μια πρωτοποριακή οικονομική συναλλαγή που θα κάλυπτε με εξειδικευμένο τρόπο τις ανάγκες τους, αδυνατούν να αποκομίσουν τους καρπούς της συμβατικής ελευθερίας. Οι άνθρωποι θα πρέπει να έχουν την «ελευθερία της επιλογής», κατά τον τίτλο του διάσημου βιβλίου που συνέγραψε ο οραματιστής της ελεύθερης αγοράς Μίλτον Φρίντμαν.
Τι δεν μας λένε
Η ελεύθερη αγορά δεν υπάρχει. Κάθε αγορά έχει κανόνες και όρια που περιορίζουν την ελευθερία της επιλογής. Μια αγορά φαντάζει ελεύθερη μόνο και μόνο επειδή αποδεχόμαστε σε τέτοιο βαθμό τους υφέρποντες περιορισμούς, χωρίς δεύτερη σκέψη, ώστε αδυνατούμε να τους αντιληφθούμε. Είναι αδύνατον να καθοριστεί αντικειμενικά το πόσο «ελεύθερη» είναι μια αγορά. Πρόκειται για έναν πολιτικό ορισμό. Το συνηθισμένο επιχείρημα των οικονομολόγων της ελεύθερης αγοράς πως επιδιώκουν να θωρακίσουν τις αγορές από πολιτικά υποκινούμενες κυβερνητικές παρεμβάσεις είναι εσφαλμένο. Οι κυβερνήσεις εμπλέκονται πάντα, και οι υπέρμαχοι της ελεύθερης αγοράς έχουν πολιτικά κίνητρα όπως όλοι. Αν ξεπεράσουμε το μύθο ότι υπάρχει αντικειμενικά ορισμένη «ελεύθερη αγορά», θα έχουμε κάνει το πρώτο βήμα για να κατανοήσουμε τον καπιταλισμό.
Η εργασία πρέπει να είναι ελεύθερη
Το 1819 εισήχθη στο Βρετανικό Κοινοβούλιο νομοθεσία σχετικά με την παιδική εργασία, ο Ρυθμιστικός Νόμος Εργοστασίων Βάμβακος (Cotton Factories Regulation Act). Οι προτεινόμενες νομοθετικές ρυθμίσεις ήταν εντελώς επιφανειακές για τα σύγχρονα δεδομένα. Απαγόρευε την εργασία των μικρών παιδιών ηλικίας μέχρι εννέα ετών. Επέτρεπε σε μεγαλύτερα παιδιά (ηλικίας μεταξύ δέκα και δεκαέξι ετών) να εξακολουθούν να εργάζονται, αλλά το ωράριο εργασίας θα περιοριζόταν σε δώδεκα ώρες ημερησίως (πράγματι, τα κακομάθαιναν). Οι νέες ρυθμίσεις θα εφαρμόζονταν μόνο στα εργοστάσια βάμβακος, στα οποία οι συνθήκες ήταν εξαιρετικά επιβλαβείς για την υγεία των εργατών.
Η ανωτέρω πρόταση προξένησε τεράστιες έριδες. Οι επικριτές υποστήριζαν ότι υπονόμευε την ιερότητα της συμβατικής ελευθερίας και συνεπώς υπέσκαπτε τα ίδια τα θεμέλια της ελεύθερης αγοράς. Κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου, ορισμένα μέλη της Βουλής των Λόρδων εξέφρασαν την αντίθεσή τους, λέγοντας ότι «η εργασία πρέπει να είναι ελεύθερη». Το επιχείρημά τους ήταν ότι τα παιδιά θέλουν (και χρειάζεται) να εργαστούν, και οι ιδιοκτήτες των εργοστασίων θέλουν να τα προσλάβουν. Ποιο, λοιπόν, είναι το πρόβλημα;
Σήμερα, δεν περνά καν απ’ το μυαλό ακόμα και των πιο φανατικών υπέρμαχων της ελεύθερης αγοράς στη Βρετανία και στις υπόλοιπες πλούσιες χώρες η επαναφορά της παιδικής εργασίας στο πλαίσιο της φιλελευθεροποίησης της αγοράς που ευαγγελίζονται. Ωστόσο, μέχρι τα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα, όταν εισήχθησαν στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική τα πρώτα σοβαρά νομοθετήματα κατά της παιδικής εργασίας, πολλοί ευυπόληπτοι πολιτικοί θεώρησαν ότι οι νόμοι που απαγόρευαν την παιδική εργασία ήταν ενάντια στις αρχές της ελεύθερης αγοράς.
Υπ’ αυτό το πρίσμα, η «ελευθερία» της αγοράς είναι όπως και η ομορφιά: υποκειμενική. Αν κάποιος πιστεύει ότι το δικαίωμα των παιδιών να μην εργάζονται είναι πιο σημαντικό από το δικαίωμα των εργοστασιαρχών να προσλαμβάνουν όποιον τους συμφέρει περισσότερο, δεν θα εκλάβει την απαγόρευση της παιδικής εργασίας ως καταπάτηση της ελευθερίας της αγοράς εργασίας. Αντίστοιχα, αν κάποιος πιστεύει το αντίθετο, θα θεωρεί ότι η αγορά είναι «ανελεύθερη», δέσμια άστοχων κυβερνητικών ρυθμίσεων.
Δεν χρειάζεται να πάμε δύο αιώνες πίσω για να διαπιστώσουμε ότι οι κανονιστικές ρυθμίσεις τις οποίες εκλαμβάνουμε ως δεδομένες (και θεωρούμε ενσωματωμένες στην ελεύθερη αγορά) δέχθηκαν σφοδρή κριτική, επειδή υπονόμευαν την ελεύθερη αγορά, όταν πρωτοεισήχθησαν. όταν τέθηκαν οι πρώτες περιβαλλοντικές ρυθμίσεις (π.χ. κανονισμοί για τους ρύπους αυτοκινήτων και εργοστασίων) πριν από μερικές δεκαετίες, πολλοί αντιτάχθηκαν υποστηρίζοντας ότι περιόριζαν υπέρμετρα την ελευθερία επιλογής. έθεσαν το εξής ερώτημα: Αν οι άνθρωποι θέλουν να οδηγούν αυτοκίνητα που ρυπαίνουν περισσότερο ή αν τα εργοστάσια έχουν μεγαλύτερα κέρδη υιοθετώντας μεθόδους παραγωγής που μολύνουν το περιβάλλον, για ποιο λόγο το κράτος τούς στερεί αυτή την επιλογή; Στις μέρες μας, η συντριπτική πλειοψηφία αποδέχεται αυτούς τους κανονισμούς. Κατανοεί ότι οι πράξεις που βλάπτουν τους άλλους, όσο ακούσιες και αν είναι (όπως η ρύπανση του περιβάλλοντος), πρέπει να περιορίζονται. Συνειδητοποιεί επίσης ότι είναι λογικό να γίνεται προσεκτική χρήση των διαθέσιμων πηγών ενέργειας, καθώς πολλές από αυτές είναι μη ανανεώσιμες. Μπορεί ακόμα και να θεωρεί λογικό τον περιορισμό της ανθρώπινης επίδρασης στην κλιματική αλλαγή.
Αν η ίδια αγορά μπορεί να εκλαμβάνεται ως ελεύθερη σε διαφορετικό βαθμό από διαφορετικούς ανθρώπους, δεν υπάρχει κάποιος πραγματικά αντικειμενικός τρόπος καθορισμού τού πόσο ελεύθερη είναι αυτή η αγορά. Με άλλα λόγια, η ελεύθερη αγορά είναι μια ψευδαίσθηση. Αν κάποιες αγορές φαίνονται ελεύθερες, αυτό ισχύει μόνο και μόνο επειδή αποδεχόμαστε σε τέτοιο βαθμό τούς κανονισμούς που τις διέπουν, ώστε καθίστανται αόρατοι.
Σύρματα και μαχητές του κουνγκ-φου
Όπως και πολύς κόσμος, όταν ήμουν παιδάκι είχα κατεντυπωσιαστεί με όλους αυτούς τους μαχητές του κουνγκ-φου που έπαιζαν στις ταινίες απ’ το Χονγκ Κονγκ και αψηφούσαν τη βαρύτητα. όπως και πολλά άλλα παιδιά, υποθέτω, απογοητεύτηκα πικρά όταν έμαθα ότι όλοι αυτοί οι μαχητές στην πραγματικότητα κρέμονταν από σύρματα.
Η ελεύθερη αγορά είναι κάπως έτσι. Αποδεχόμαστε την ορθότητα ορισμένων κανονισμών σε τέτοιο βαθμό, ώστε καταλήγουμε να μην τους αντιλαμβανόμαστε πλέον. Αν τις εξετάσουμε πιο προσεκτικά, θα δούμε ότι οι αγορές διέπονται από κανονισμούς – και μάλιστα πολλούς.
Κατ’ αρχάς, υπάρχει μια ευρύτατη γκάμα περιορισμών σχετικά με το τι είναι εμπορεύσιμο. Και δεν εννοώ τις απαγορεύσεις σε αυτονόητα πράγματα, όπως ναρκωτικά και ανθρώπινα όργανα. Οι εκλεκτορικές ψήφοι, οι θέσεις εργασίας στο δημόσιο και οι δικαστικές αποφάσεις δεν πωλούνται, τουλάχιστον ανοιχτά, στις σύγχρονες οικονομίες, παρόλο που κάτι τέτοιο συνέβαινε σε πολλές χώρες στο παρελθόν. Οι πανεπιστημιακές θέσεις συνήθως δεν είναι προς πώληση, αν και σε ορισμένες χώρες είναι εξαγοράσιμες, είτε δωροδοκώντας (παράνομα) τους εκλέκτορες είτε προσφέροντας (νόμιμα) χρήματα στο πανεπιστήμιο. Πολλές χώρες απαγορεύουν την εμπορία όπλων ή αλκοόλ. Τα φάρμακα, ως επί το πλείστον, πρέπει να έχουν ειδική κρατική άδεια που να πιστοποιεί την ασφάλειά τους, για να τεθούν σε κυκλοφορία. όλοι οι ανωτέρω κανονισμοί είναι δυνάμει αμφισβητήσιμοι – όπως ήταν και η απαγόρευση του εμπορίου ανθρώπων (δουλεμπόριο) πριν από ενάμιση αιώνα.
Υπάρχουν επίσης περιορισμοί σχετικά με το ποιος μπορεί να συμμετέχει στις αγορές. Οι νόμοι κατά της παιδικής εργασίας απαγορεύουν την είσοδο των παιδιών στην αγορά εργασίας. Για την άσκηση πολλών επαγγελμάτων που έχουν σημαντικό αντίκτυπο στην ανθρώπινη ζωή, όπως οι γιατροί και οι δικηγόροι, απαιτείται άδεια (αν και σε ορισμένες περιπτώσεις οι άδειες αυτές εκδίδονται από επαγγελματικές ενώσεις και όχι από το κράτος). Πολλές χώρες απαιτούν από τις εταιρείες ένα ελάχιστο κεφάλαιο για την ίδρυση τράπεζας. Ακόμα και στην αγορά του χρηματιστηρίου, της οποίας η έλλειψη κανονιστικών ρυθμίσεων οδήγησε στην ύφεση του 2008, υπάρχουν νό μοι για το ποιος μπορεί να προβαίνει σε χρηματιστηριακές πράξεις. Δεν μπορεί όποιος θέλει να μπει στην αίθουσα συναλλαγών του Χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης και να πουλήσει ένα τσουβάλι μετοχές. Οι εταιρείες πρέπει να πληρούν τις απαιτήσεις περί εισηγμένων εταιρειών και να συμμορφώνονται με τους πλέον αυστηρούς ελεγκτικούς κανονισμούς επί σειρά ετών, για να μπορούν να διαπραγματεύονται τις μετοχές τους στο χρηματιστήριο. Οι χρηματιστηριακές πράξεις πραγματοποιούνται μόνο από χρηματιστές που διαθέτουν ειδική άδεια.
Οι προύποθέσεις του εμπορίου εξειδικεύονται επίσης. ένα από τα πράγματα που μου προκάλεσε έκπληξη όταν μετακόμισα στη Βρετανία στα μέσα της δεκαετίας του ’80 ήταν ότι υπήρχε δυνατότητα πλήρους επιστροφής των χρημάτων όταν ένας καταναλωτής επέστρεφε ένα προίόν που δεν ήταν της αρεσκείας του, ακόμα και αν αυτό δεν ήταν ελαττωματικό. Εκείνη την εποχή, κάτι τέτοιο δεν ίσχυε στην Κορέα, παρά μόνο στα πιο ακριβά πολυκαταστήματα. Στη Βρετανία, το δικαίωμα του καταναλωτή να αλλάξει γνώμη θεωρείτο πιο σημαντικό από το δικαίωμα του πωλητή να αποφύγει το κόστος της επιστροφής αζήτητων (πλην όμως λειτουργικών) προίόντων στον κατασκευαστή. Υπάρχουν πολλοί άλλοι κανόνες που ρυθμίζουν διάφορους τομείς της συναλλακτικής διαδικασίας: ευθύνη του κατασκευαστή, αποτυχία αποστολής, δανειακή υπερημερία, κτλ. Σε πολλές χώρες, απαιτούνται, εκτός των άλλων, και ειδικές άδειες σχετικά με την τοποθεσία των εμπορικών καταστημάτων – όπως απαγόρευση υπαίθριου εμπορίου ή πολεοδομικοί κανονισμοί που απαγορεύουν τις εμπορικές δραστηριότητες σε οικιστικές περιοχές.
Έπειτα, υπάρχει η ρύθμιση των τιμών. Μιλώντας δε για ρύθμιση τιμών, δεν εννοώ μόνο τις πλέον ορατές περιπτώσεις των πλαφόν στα ενοίκια και των κατώτατων ημερομισθίων, που αποτελούν το αγαπημένο θέμα γκρίνιας των οικονομολόγων της ελεύθερης αγοράς.
Τα ημερομίσθια στις πλούσιες χώρες καθορίζονται πάνω απ’ όλα, περισσότερο και από τη νομοθεσία περί κατώτατων ημερομισθίων, από τον έλεγχο της μετανάστευσης. Πώς γίνεται αυτό; Σίγουρα όχι από την «ελεύθερη» αγορά εργασίας, που, αν δεν υπήρχαν οι υφιστάμενοι περιορισμοί, θα κατέληγε να αντικαταστήσει το 80-90% των εργαζομένων με φθηνότερους και συχνά πιο παραγωγικούς μετανάστες. Η μετανάστευση αποτελεί, ως επί το πλείστον, πολιτικό ζήτημα. Αν, λοιπόν, εξακολουθείτε να έχετε κάποια αμφιβολία για τον τεράστιο ρόλο που παίζουν οι κυβερνήσεις στην οικονομία της ελεύθερης αγοράς, αναλογιστείτε το εξής: ότι οι μισθοί μας είναι κατά βάση πολιτικά καθορισμένοι (βλ. Αλήθεια 3η).
Μετά την οικονομική κρίση του 2008, οι τιμές των δανείων (αν καταφέρετε να πάρετε δάνειο ή αν έχετε κάποιο υφιστάμενο δάνειο με κυμαινόμενο επιτόκιο) έχουν μειωθεί σε πολλές χώρες λόγω της συνεχούς πτώσης των επιτοκίων. Αυτό συνέβη άραγε επειδή ξαφνικά κανείς δεν ήθελε δάνειο, κι έτσι οι τράπεζες αναγκάστηκαν να μειώσουν τις τιμές τους για να προσελκύσουν πελατεία; όχι. Πρόκειται για το αποτέλεσμα κυβερνητικών αποφάσεων που έχουν σκοπό να αναζωπυρώσουν τη ζήτηση μειώνοντας τα επιτόκια. Ακόμα και σε ομαλές περιόδους, τα επιτόκια ρυθμίζονται στις περισσότερες χώρες από τις κεντρικές τράπεζες, που αποτελούν όργανα της κυβερνητικής πολιτικής. Με άλλα λόγια, τα επιτόκια καθορίζονται επίσης από τους πολιτικούς.
Αν οι μισθοί και τα επιτόκια βασίζονται (σε μεγάλο βαθμό) σε πολιτικές αποφάσεις, τότε και όλες οι άλλες τιμές είναι πολιτικά καθορισμένες, αφού οι μισθοί και τα επιτόκια επηρεάζουν όλες τις τιμές.
Είναι το ελεύθερο εμπόριο δίκαιο;
Λέμε ότι μια ρύθμιση μας περιορίζει, μόνο όταν δεν συμφωνούμε με την ηθική της βάση. Οι υψηλοί δασμοί που επέβαλε η ομοσπονδιακή κυβέρνηση των ΗΠΑ στο ελεύθερο εμπόριο τον 19ο αιώνα εξόργισαν τους ιδιοκτήτες σκλάβων, που δεν θεωρούσαν μεμπτή την εμπορία ανθρώπων στο πλαίσιο της ελεύθερης αγοράς. Για τους υπέρμαχους της δουλείας, η απαγόρευση της εμπορίας σκλάβων ήταν απαράδεκτη κατά τον ίδιο τρόπο που για κάποιους είναι απαράδεκτοι οι περιορισμοί στην εμπορία βιομηχανικών προίόντων. Οι κορεάτες καταστηματάρχες τη δεκαετία του ’80 πιθανότατα θα εκλάμβαναν την προαναφερθείσα «επιστροφή προίόντων άνευ όρων» ως άδικο και επιβαρυντικό περιορισμό της συναλλακτικής ελευθερίας, επιβεβλημένο από το κράτος.
Η σύγκρουση αξιών αποτελεί επίσης τη βάση της σύγχρονης διαμάχης μεταξύ ελεύθερου και δίκαιου εμπορίου. Πολλοί Αμερικανοί θεωρούν ότι η συμμετοχή της Κίνας στο διεθνές εμπόριο μπορεί να είναι ελεύθερη, αλλά δεν είναι δίκαιη. Κατά την άποψή τους, έχοντας εξευτελιστικά χαμηλά ημερομίσθια και εξαναγκάζοντας τους εργάτες να δουλεύουν υπό απάνθρωπες συνθήκες, η Κίνα μεταχειρίζεται αθέμιτες πρακτικές. Οι Κινέζοι απ’ την πλευρά τους απαντούν ότι είναι απαράδεκτο το ότι οι πλούσιες χώρες, ενώ ευαγγελίζονται την ελευθερία του εμπορίου, προσπαθούν να θέσουν φραγμούς στις κινέζικες εξαγωγές επιβάλλοντας περιορισμούς στην εισαγωγή προίόντων που κατασκευάζονται από εργάτες-σκλάβους. Θεωρούν άδικο το να μην μπορούν να εκμεταλλευτούν το μοναδικό συγκριτικό τους πλεονέκτημα – τα φθηνά εργατικά χέρια.
Η δυσκολία, βεβαίως, στο όλο επιχείρημα είναι ότι δεν υφίσταται αντικειμενικός τρόπος καθορισμού των «εξευτελιστικά χαμηλών ημερομισθίων» ή των «απάνθρωπων συνθηκών εργασίας». Με τα τεράστια διεθνή χάσματα που υπάρχουν στους τομείς της οικονομικής ανάπτυξης και των συνθηκών διαβίωσης, είναι φυσικό και επόμενο ότι ένας μισθός πείνας στις ΗΠΑ αποτελεί αξιοπρεπή αμοιβή για έναν Κινέζο (ο μέσος μισθός ανέρχεται στο 10% του αμερικάνικου) και μια περιουσία για έναν Ινδό (ο μέσος μισθός ανέρχεται στο 2% του αμερικάνικου). Πράγματι, οι περισσότεροι υπέρμαχοι του δίκαιου εμπορίου στην Αμερική δεν θα δέχονταν επίσης να αγοράσουν προίόντα κατασκευασμένα από τους παππούδες τους, οι οποίοι εργάζονταν ατελείωτες ώρες και υπό απάνθρωπες συνθήκες. Μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα, το μέσο ωράριο εργασίας στις ΗΠΑ ήταν 60 ώρες την εβδομάδα. Επρόκειτο για μια εποχή (και συγκεκριμένα το 1905) όπου το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε αντισυνταγματικό ένα νόμο της Πολιτείας της Νέας Υόρκης ο οποίος περιόριζε το ωράριο εργασίας των εργατών σε αρτοποιεία σε δέκα ώρες ημερησίως, με την αιτιολογία ότι «στερούσε στους αρτοποιούς την ελευθερία να εργάζονται όσο επιθυμούν».
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, η διαμάχη περί δικαίου εμπορίου έχει να κάνει περισσότερο με ηθικές αξίες και πολιτικές αποφάσεις, παρά με οικονομικά με την κοινή έννοια. Ενώ πρόκειται στην ουσία για οικονομικό ζήτημα, δεν είναι εύκολο για τους οικονομολόγους να αποφανθούν επ’ αυτού.
Όλα αυτά βέβαια δεν σημαίνουν ότι πρέπει απλώς να διαλέξουμε πλευρά και να αποφύγουμε την κριτική επειδή όλα είναι σχετικά. Μπορούμε να έχουμε άποψη (και εγώ έχω) για το κατά πόσον είναι αποδεκτές οι υπάρχουσες συνθήκες εργασίας στην Κίνα (ή και σε οποιαδήποτε άλλη χώρα) και να προσπαθούμε να τις βελτιώσουμε χωρίς να θεωρούμε ότι όσοι υποστηρίζουν μια διαφορετική άποψη έχουν άδικο υπό κάποια απόλυτη έννοια. Παρόλο που η Κίνα δεν έχει τη δυνατότητα να προσφέρει αμερικάνικους μισθούς ή συνθήκες εργασίας σαν αυτές που επικρατούν στη Σουηδία, σαφώς και υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης τόσο στους μισθούς όσο και στις εργασιακές συνθήκες. Πράγματι, πολλοί Κινέζοι δεν αποδέχονται την υφιστάμενη κατάσταση και απαιτούν αυστηρότερες νομοθετικές ρυθμίσεις. Ωστόσο οι οικονομικές θεωρίες (τουλάχιστον οι οικονομολόγοι της ελεύθερης αγοράς) δεν μπορούν να απαντήσουν στο ποια πρέπει να είναι τα «σωστά» ημερομίσθια και οι συνθήκες εργασίας στην Κίνα.
Εδώ δεν είναι Γαλλία
Τον Ιούλιο του 2008, όταν το αμερικανικό οικονομικό σύστημα βρισκόταν υπό κατάρρευση, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση διέθεσε 200 δις δολάρια για τη διάσωση των στεγαστικών τραπεζών Fannie Mae και Freddie Mac, εθνικοποιώντας τες. Ο Ρεπουμπλικάνος Γερουσιαστής του Κεντάκι Τζιμ Μπάνινγκ κατέκρινε την εν λόγω ενέργεια με την περιβόητη φράση ότι «κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί μόνο σε μια “σοσιαλιστική” χώρα όπως η Γαλλία».
Σαν να μην έφτανε δε ο ξεπεσμός στα επίπεδα των Γάλλων, στις 19 Σεπτεμβρίου 2008 η αγαπημένη πατρίδα του Γερουσιαστή Μπάνινγκ μετατράπηκε στην ίδια την αυτοκρατορία του κακού. Το τελειωτικό αυτό χτύπημα προήλθε μάλιστα από τον ίδιο τον ηγέτη του κόμματός του. Σύμφωνα με το πρόγραμμα που ανακοίνωσε εκείνη τη μέρα ο Πρόεδρος Τζωρτζ Γ. Μπους και που στη συνέχεια ονομάστηκε TARP (Trouble Asset Relief Program – Πρόγραμμα Στήριξης Επισφαλών Περιουσιακών Στοιχείων), η κυβέρνηση των ΗΠΑ θα διέθετε τουλάχιστον 700 δις δολάρια από τα λεφτά των φορολογούμενων για να αγοράσει τα «τοξικά ομόλογα» που είχαν δηλητηριάσει το οικονομικό σύστημα.
Ο Πρόεδρος Μπους, ωστόσο, έβλεπε τα πράγματα διαφορετικά. Υποστήριξε ότι το εν λόγω πρόγραμμα δεν ήταν «σοσιαλιστικό», αλλά συνέχεια του αμερικανικού συστήματος του ελεύθερου επιχειρείν, το οποίο «βασίζεται στο αξίωμα ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θα παρέμβει στην αγορά μόνο όταν είναι αναγκαίο». Σύμφωνα με την άποψή του, λοιπόν, η εθνικοποίηση ενός τεράστιου τμήματος του χρηματοοικονομικού τομέα ήταν απλώς ένα απ’ αυτά τα αναγκαία πράγματα.
Οι δηλώσεις του Προέδρου Μπους αποτελούν φυσικά κατεξοχήν παράδειγμα πολιτικής διγλωσσίας – μια από τις μεγαλύτερες κρατικές παρεμβάσεις της ανθρώπινης ιστορίας μεταμφιέζεται σε απλή πρακτική στο πλαίσιο της αγοράς. Με αυτά ακριβώς τα λόγια, όμως, ο κος Μπους εξέθεσε τα σαθρά θεμέλια στα οποία στηρίζεται ο μύθος περί ελεύθερης αγοράς. όπως φανερώνουν ξεκάθαρα οι δηλώσεις του, το τι αποτελεί αναγκαία κρατική παρέμβαση που συνάδει με τον καπιταλισμό της ελεύθερης αγοράς είναι σχετικό. Το πού αρχίζει και πού τελειώνει η ελεύθερη αγορά δεν είναι επιστημονικά καθορισμένο.
Αφού, επομένως, δεν υφίστανται απαράβατα όρια στην ελεύθερη αγορά, τυχόν απόπειρες μεταβολής τους είναι εξίσου θεμιτές με τις απόπειρες υπεράσπισής τους. Πράγματι, η ιστορία του καπιταλισμού είναι μια συνεχής διαμάχη για την οριοθέτηση της αγοράς.
Πολλά από τα αγαθά που είναι σήμερα εκτός αγοράς, όπως άνθρωποι, θέσεις εργασίας στο δημόσιο, ψήφοι, δικαστικές αποφάσεις, πανεπιστημιακές έδρες ή απιστοποίητα φάρμακα, εξαιρέθηκαν χάρη σε πολιτικές αποφάσεις, παρά από την ίδια την αγορά. Κάποιοι προσπαθούν μεν να αποκτήσουν κάτι από τα παραπάνω είτε παράνομα (δωροδοκίες κυβερνητικών αξιωματούχων, δικαστών και ψηφοφόρων) είτε νόμιμα (χρήση μεγαλοδικηγόρων για να κερδίσουν μια δίκη, δωρεές σε πολιτικά κόμματα, κτλ.), αλλά είναι μια τάση που δεν φαίνεται να επικρατεί.
Σε ό,τι αφορά τα εμπορεύσιμα αγαθά, με το πέρασμα του χρόνου εισάγονται ολοένα και περισσότεροι περιορισμοί. Ακόμα και σε σύγκριση με τις αμέσως προηγούμενες δεκαετίες, σήμερα υφίστανται πολύ πιο αυστηροί κανονισμοί σε σχέση με το ποιος μπορεί να παράγει τι (π.χ. πιστοποίηση για παραγωγή βιολογικών προίόντων ή προίόντων δίκαιου εμπορίου), πώς παράγεται το καθετί (π.χ. περιορισμοί σχετικά με τη μόλυνση του περιβάλλοντος ή τις εκπομπές ρύπων) και πώς πουλιέται (π.χ. νόμοι για τη σήμανση και τις επιστροφές προίόντων).
Επιπλέον, η διαδικασία επανακαθορισμού των ορίων της αγοράς πολλές φορές χαρακτηρίζεται από βίαιες συγκρούσεις, γεγονός που αντικατοπτρίζει την πολιτική της φύση. Στην Αμερική ξέσπασε εμφύλιος πόλεμος για το ελεύθερο εμπόριο σκλάβων (αν και το ελεύθερο εμπόριο αγαθών –ή το θέμα των δασμών– αποτέλεσε εξίσου σημαντικό αίτιο). Η βρετανική κυβέρνηση διεξήγαγε τον Πόλεμο του Οπίου εναντίον της Κίνας για να διασφαλίσει το ελεύθερο εμπόριο του οπίου. όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως, η απαγόρευση της παιδικής εργασίας στην ελεύθερη αγορά επετεύχθη μονάχα χάρη στους αγώνες των υποστηρικτών των κοινωνικών μεταρρυθμίσεων. Η απαγόρευση εμπορευματοποίησης των θέσεων εργασίας στο δημόσιο και των ψήφων αντιμετώπισε σθεναρή αντίσταση από πολιτικά κόμματα που εξαγόραζαν ψήφους και έταζαν θέσεις στο δημόσιο για να ανταμείψουν τους πιστούς οπαδούς τους. Οι εν λόγω πρακτικές εξέλιπαν χάρη σε ένα συνδυασμό πολιτικού ακτιβισμού, εκλογικών μεταρρυθμίσεων και νομοθετικών αλλαγών σχετικά με τις προσλήψεις στο δημόσιο.
Η παραδοχή πως τα όρια της αγοράς είναι ασαφή και πως είναι αδύνατον να καθοριστούν αντικειμενικά μάς βοηθά να συνειδητοποιήσουμε ότι τα οικονομικά δεν είναι επιστήμη, όπως η φυσική ή η χημεία, αλλά αποτελούν πολιτική άσκηση. Οι οικονομολόγοι της ελεύθερης αγοράς μπορεί να θέλουν να πιστεύετε ότι τα ορθά όρια της αγοράς μπορούν να καθοριστούν επιστημονικά, αλλά αυτό είναι λάθος. Αν το γνωστικό αντικείμενο δεν μπορεί να οριοθετηθεί με επιστημονικό τρόπο, τότε δεν μιλάμε για επιστήμη.
Υπό αυτή την οπτική, η εναντίωση σε έναν καινούργιο κανονισμό ισοδυναμεί με το να υποστηρίζει κανείς ότι το status quo, όσο άδικο και αν είναι για ορισμένους, δεν πρέπει να μεταβάλλεται. Με το να λέει δε κανείς ότι οι υφιστάμενοι κανονισμοί θα πρέπει να καταργηθούν, υποστηρίζει ότι η επικράτεια της αγοράς θα πρέπει να διευρυνθεί, πράγμα που σημαίνει ότι θα παραχωρηθεί μεγαλύτερη ισχύ στους πλούσιους, καθώς η αγορά διέπεται από την αρχή «χρήμα έχω, ό,τι θέλω κάνω».
Άρα, όταν οι οικονομολόγοι της ελεύθερης αγοράς ισχυρίζονται ότι δεν πρέπει να επιβάλλεται κανένα κανονιστικό πλαίσιο, καθώς θα περιορίσει την «ελευθερία» μιας συγκεκριμένης αγοράς, εκφράζουν απλώς μια πολιτική άποψη, όπου απορρίπτουν τα δικαιώματα που υπερασπίζει η εκάστοτε προτεινόμενη νομοθετική ρύθμιση. Η ιδεολογική τους επικάλυψη συνίσταται στο να προσποιούνται ότι τα πολιτικά τους κίνητρα δεν είναι στην πραγματικότητα πολιτικά, αλλά μια αντικειμενική οικονομική αλήθεια, ενώ τα κίνητρα των υπολοίπων είναι πολιτικά. Ωστόσο τα κίνητρά τους είναι εξίσου πολιτικά με αυτά των αντιπάλων τους.
Η διάλυση της ψευδαίσθησης περί αντικειμενικότητας της αγοράς είναι το πρώτο βήμα για την κατανόηση του καπιταλισμού.

Πριν από μερικές ημέρες, καθώς έκανα αφηρημένα ζάπινγκ, έπεσα σε ένα κανάλι όπου προβαλλόταν ένα είδος μεγάλου διαφημιστικού μηνύματος ή η αναγγελία μιας προσεχούς εκπομπής. Έχω την εντύπωση ότι ήταν στο κανάλι 4 ή 5, αλλά δεν είμαι σίγουρος (και αυτό επιβεβαιώνει, όπως έλεγα σε ένα προηγούμενο σημείωμά μου, πόσο περισσότερο ανυπεράσπιστος ιδεολογικά είναι ο τηλεθεατής σε σχέση με τον αναγνώστη εφημερίδων, ο όποιος γνωρίζει πάντοτε με ακρίβεια ποιος του μιλάει). Διαφημίζονταν τα θαύματα του cd-rom, δηλαδή εκείνων των δισκετών πολύ-μέσων που μπορούν να μας δώσουν το ισοδύναμο μιας ολόκληρης εγκυκλοπαίδειας με χρώματα, ήχους και δυνατότητες άμεσων συνδέσεων από θέμα σε θέμα. Καθώς έχω κάποια εμπειρία σε αυτό το πεδίο και επομένως γνωρίζω το θέμα, παρακολουθούσα απρόσεκτα. Μέχρι που, σε ένα ορισμένο σημείο, άκουσα να αναφέρεται και το όνομά μου. Έλεγαν πως εγώ είχα δηλώσει ότι αυτές οι δισκέτες θα αντικαταστήσουν οριστικά τα βιβλία. Κανείς, εφόσον δεν είναι παρανοϊκός, δεν μπορεί να έχει την αξίωση οι άλλοι να διαβάζουν όλα όσα γράφει, αλλά τουλάχιστον μπορεί να ελπίζει ότι δεν θα τον εμφανίζουν να λέει το αντίθετο, ιδίως αν τον χρησιμοποιούν αθέμιτα ως μάρτυρα κάποιου πράγματος. Η πραγματικότητα είναι πως επαναλαμβάνω προς πάσα κατεύθυνση ότι το cd-rom «δεν» θα μπορέσει να αντικαταστήσει το βιβλίο. Όποιος συνέταξε αυτό το κείμενο ή είναι ηλίθιος ή είναι ψεύτης. Δεν υπάρχουν άλλες πιθανότητες. Σε κάθε περίπτωση θα ʽπρεπε να στειρώσουν τους γονείς του για καιρό, αλλά τώρα η ζημιά έγινε.

Υπάρχουν δύο τύποι βιβλίων, εκείνα που πρέπει να τα συμβουλευόμαστε και εκείνα που πρέπει να τα διαβάζουμε. Τα πρώτα (το αντιπροσωπευτικό δείγμα είναι ο τηλεφωνικός κατάλογος, αλλά φτάνουμε μέχρι τα λεξικά και τις εγκυκλοπαίδειες) καταλαμβάνουν πολύ χώρο στο σπίτι, είναι δύσκολο να τα χειριστούμε και είναι ακριβά. Αυτά θα μπορούν να αντικατασταθούν από δίσκους πολυμέσων, έτσι θα απελευθερωθεί χώρος στο σπίτι και στις δημόσιες βιβλιοθήκες για τα βιβλία που πρέπει να διαβάζουμε (που φτάνουν από τη Θεία Κωμωδία ως το τελευταίο αστυνομικό μυθιστόρημα). Τα βιβλία που πρέπει να διαβάζουμε δεν μπορούν να αντικατασταθούν από κανένα περίεργο ηλεκτρονικό κατασκεύασμα. Έχουν φτιαχτεί για να τα παίρνουμε στα χέρια μας, ακόμη και στο κρεβάτι, ακόμη και μέσα στο πλήθος, ακόμη και εκεί όπου δεν υπάρχουν ηλεκτρικές πρίζες, ακόμη και όπου και όταν οποιαδήποτε μπαταρία έχει αποφορτιστεί, μπορούμε να τα υπογραμμίζουμε, μας επιτρέπουν να διπλώνουμε τις γωνίες των σελίδων τους ή να βάζουμε σελιδοδείκτες, μπορούμε να τα αφήσουμε να πέσουν στη γη ή να τα εγκαταλείψουμε ανοιχτά πάνω στο στήθος ή τα γόνατα όταν μας παίρνει ο ύπνος, μπαίνουν στην τσέπη, φθείρονται, παίρνουν μιας ατομική φυσιογνωμία ανάλογα με την ένταση και την κανονικότητα των αναγνώσεών μας, μας θυμίζουν (αν μας φαίνονται υπερβολικά καινούρια και άκοπα) ότι δεν τα έχουμε ακόμα διαβάσει, τα διαβάζουμε κρατώντας το κεφάλι όπως θέλουμε εμείς, χωρίς να μας επιβάλουν την ακίνητη και τεντωμένη ανάγνωση της οθόνης ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή, φιλικότατου σε όλα εκτός από τον αυχένα. Δοκιμάστε να διαβάσετε όλη τη Θεία Κωμωδία, έστω και μόνο για μιας ώρα την ημέρα, σε ένα ηλεκτρονικό υπολογιστή και έπειτα τα λέμε. Το βιβλίο που πρέπει να διαβάζουμε ανήκει σε εκείνα τα θαύματα μιας αιώνιας τεχνολογίας της οποίας μέρος αποτελούν ο τροχός, το μαχαίρι, το κουτάλι, το σφυρί, το τσουκάλι, το ποδήλατο. Το μαχαίρι επινοήθηκε πολύ νωρίς, το ποδήλατο αρκετά αργότερα. Αλλά όσο κι αν οι σχεδιαστές αντιγράφουν ιδέες τροποποιώντας κάποια λεπτομέρεια, η ουσία του μαχαιριού παραμένει πάντοτε η ίδια. Υπάρχουν μηχανές που αντικαθιστούν το σφυρί, αλλά για ορισμένα πράγματα θα είναι πάντοτε αναγκαίο κάτι που θα μοιάζει με το πρώτο σφυρί που εμφανίστηκε ποτέ πάνω στην επιφάνεια της γης. Μπορείτε να επινοήσετε ένα τέλειο σύστημα αλλαγής ταχυτήτων, αλλά το ποδήλατο παραμένει αυτό που είναι, δύο ρόδες, μια σέλα και τα πεντάλια. Διαφορετικά ονομάζεται μηχανάκι και είναι μια άλλη υπόθεση.

Η ανθρωπότητα για αιώνες προχώρησε προς τα μπρος διαβάζοντας και γράφοντας, πρώτα πάνω σε πέτρες, έπειτα πάνω σε κηρωμένες πλάκες, έπειτα πάνω σε περγαμηνές παπύρου, αλλά ήταν υπερβολικός μόχθος. Όταν ανακάλυψαν ότι μπορούσαν να δένουν μεταξύ τους τα φύλλα, έστω και αν ήσαν ακόμη χειρόγραφα, έβγαλαν ένα στεναγμό ανακούφισης. Και ποτέ πια δεν θα μπορέσουν να απαρνηθούν αυτό το θαυμαστό εργαλείο.
Η μορφή-βιβλίο καθορίστηκε από την ανατομίας μας, μπορούν να υπάρχουν πάρα πολύ μεγάλα βιβλία, αλλά αυτά έχουν κυρίως τη λειτουργία ντοκουμέντου ή διακόσμησης. Το στάνταρ βιβλίο δεν πρέπει να είναι πιο μικρό από ένα πακέτο τσιγάρα ή πιο μεγάλο από το Espresso. Εξαρτάται από τις διαστάσεις του χεριού μας και αυτές – τουλάχιστον για την ώρα – δεν έχουν αλλάξει, αν μας το επιτρέπει ο Μπιλ Γκέιτς. Είναι αλήθεια ότι η τεχνολογία μας υπόσχεται μηχανές με τις οποίες θα μπορούμε να εξερευνήσουμε μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή τις βιβλιοθήκες όλου του κόσμου, να επιλέγουμε τα κείμενα που μας ενδιαφέρουν, να τα εκτυπώνουμε στο σπίτι μας μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, με τους χαρακτήρες που επιθυμούμε – ανάλογα με το βαθμό της πρεσβυωπίας μας και τις αισθητικές μας προτιμήσεις – ενώ το ίδιο το φωτοαντιγραφικό μηχάνημα θα τακτοποιεί τα φύλλα και θα τα δένει, έτσι ώστε καθένας να μπορεί να συνθέτει προσωπικά έργα. Και λοιπόν; Θα χαθούν οι στοιχειοθέτες, τα τυπογραφεία, τα παραδοσιακά βιβλιοδετεία, αλλά θα έχουμε στα χέρια μας και πάλι και πάντα ένα βιβλίο.

του Ουμπέρτο Έκο (δημοσιεύτηκε στο ιταλικό περιοδικό L' Espresso στις 17 Μαρτίου 1995)

Οι ιδέες δεν υπάρχουν...

οι μόνες πραγματικότητες τελικώς είναι τα συμφέροντα, ατομικά - συλλογικά, αντικειμενικά - υποκειμενικά, βραχυπρόθεσμα  - μακροπρόθεσμα, αναγνωρίσιμα - μη αναγνωρίσιμα,  ο τρόπος που τα προστατεύουμε ή τα προωθούμε και οι ανθρώπινες αδυναμίες και τα πάθη.

Οι ιδέες λέω δεν οδηγούν τον άνθρωπο τελικώς, οι ιδέες δεν κινητοποιούν τον άνθρωπο απλά είναι ένα μέσο.


του Νίκου Δούκα

Οι οικονομικές συζητήσεις και αναλύσεις στην Ελλάδα κυριαρχούνται εδώ και πολλά έτη από τις διαμάχες μεταξύ των οπαδών του Σοσιαλισμού και του Φιλελευθερισμού. Οι αντίστοιχες σχολές οικονομικής σκέψης έλκουν τις ρίζες τους στον Γερμανο-Εβραίο Καρλ Μαρξ και στον Σκωτσέζο Άνταμ Σμιθ. Κοινό χαρακτηριστικό και των δύο σχολών είναι η σχετική έως πλήρης αδιαφορία για το εθνικό συμφέρον στην Οικονομία. Απέναντι σε αυτές τις δύο κοσμοπολιτικές σχολές σκέψης βρίσκεται το λεγόμενο Εθνικό Σύστημα, του οποίου η ονομασία οφείλεται στον Γερμανό οικονομολόγο Φρίντριχ Λιστ (1789-1846) και στο κύριο έργο του «Το Εθνικό Σύστημα της Πολιτικής Οικονομίας» (πρώτη έκδοση 1841).

Η θεωρία του Λιστ για την «εθνική οικονομία» διαφέρει από τα δόγματα της «προσωπικής οικονομίας» και της «κοσμοπολιτικής οικονομίας». Ο Λιστ αντιπαραθέτει την οικονομική συμπεριφορά του ατόμου με αυτή του έθνους. Ένα άτομο προωθεί μόνο τα προσωπικά του συμφέροντα, αλλά ένα κράτος καλλιεργεί την ευημερία όλων των πολιτών του. Ένα άτομο μπορεί να επιτύχει από δραστηριότητες που βλάπτουν το έθνος. «Η δουλεία είναι μία δημόσια καταστροφή για μία χώρα, ωστόσο μερικοί άνθρωποι μπορεί να πηγαίνουν πολύ καλά ως έμποροι ή ιδιοκτήτες σκλάβων» γράφει χαρακτηριστικά ο Λιστ. Επίσης δραστηριότητες ωφέλιμες για την κοινωνία μπορεί να βλάπτουν τα συμφέροντα συγκεκριμένων ατόμων. «Τα κανάλια και οι σιδηρόδρομοι ωφελούν ένα έθνος, αλλά οι αμαξάδες θα διαμαρτυρηθούν για αυτή την βελτίωση. Κάθε νέα εφεύρεση προκαλεί ενοχλήσεις σε μερικά άτομα και παρ’ όλα αυτά είναι μία δημόσια ευλογία».

Ο Λιστ υποστηρίζει ότι, αν και κάποια κυβερνητική δράση είναι απαραίτητη για να ενθαρρύνει την οικονομία, μία υπέρ το δέον παρεμβατική κυβέρνηση μπορεί να κάνει περισσότερο κακό από καλό. «Είναι κακή πολιτική η ρύθμιση των πάντων και η προώθηση των πάντων με την χρήση κρατικής δύναμης, όταν τα πράγματα μπορούν να ρυθμιστούν καλύτερα από μόνα τους και μπορούν να προωθηθούν καλύτερα με ιδιωτικές προσπάθειες. Αλλά δεν είναι λιγότερο κακή πολιτική να αφήνουμε στην τύχη τους τα πράγματα που μπορούν να προωθηθούν μόνο την παρέμβαση της κρατικής δύναμης».

Ο Λιστ προειδοποίησε έγκαιρα και προφητικά εναντίον της Παγκοσμιοποίησης. «Το αποτέλεσμα ενός γενικού ελεύθερου εμπορίου δεν θα είναι μία παγκόσμια δημοκρατία, αλλά αντιθέτως η παγκόσμια υποδούλωση των λιγότερο ανεπτυγμένων εθνών στην κυρίαρχη βιομηχανική, εμπορική και ναυτική δύναμη». Καθώς η ανθρωπότητα είναι διηρημένη σε ανεξάρτητα κράτη «ένα έθνος θα ήταν άφρον να προωθήσει την ευημερία όλης της ανθρώπινης φυλής σε βάρος της δικής του ισχύος, ευημερίας και ανεξαρτησίας».

Σύμφωνα με τον Λιστ τα έθνη της εύκρατης ζώνης μπορούν να περάσουν από τα ακόλουθα στάδια οικονομικής ανάπτυξης: α) ποιμενική ζωή β) γεωργία και γ) γεωργία σε συνδυασμό με την βιομηχανία και το εμπόριο. Η οικονομική αποστολή του κράτους είναι να δημιουργήσει με νομοθετικά και διοικητικά μέτρα τις απαραίτητες συνθήκες για την πρόοδο ενός έθνους από αυτά τα στάδια. Από αυτή την ανάλυση προκύπτουν οι προτάσεις του Λιστ. «Κάθε υπανάπτυκτο έθνος θα πρέπει να αρχίσει με ελεύθερο εμπόριο, ενθαρρύνοντας και βελτιώνοντας την γεωργία με συναλλαγές με πλουσιότερα και πιο καλλιεργημένα έθνη, εισάγοντας ξένα βιομηχανικά προϊόντα και εξάγοντας αγροτικά προϊόντα. Όταν το έθνος γίνει αρκετά ανεπτυγμένο ώστε να παράγει βιομηχανικά προϊόντα, τότε ένα σύστημα προστασίας πρέπει να δημιουργηθεί για να επιτρέψει στις εγχώριες βιομηχανίες να αναπτυχθούν πλήρως και να αποτρέψει την εξαφάνισή τους από τον ανταγωνισμό στην εγχώρια αγορά με πιο προηγμένες ξένες βιομηχανίες. Όταν οι εθνικές βιομηχανίες θα είναι αρκετά ισχυρές ώστε να μην φοβούνται τον ανταγωνισμό, τότε το υψηλότερο στάδιο προόδου έχει επιτευχθεί και το ελεύθερο εμπόριο μπορεί να γίνει ο κανόνας πάλι. Ότι χάνει ένα έθνος σε αξία προϊόντων κατά την διάρκεια της προστατευτικής περιόδου, το κερδίζει πολλαπλάσια σε παραγωγική αξία».

Η θεωρία του Λιστ ήταν αντίθετη με το απόλυτο δόγμα του ελεύθερου εμπορίου, το οποίο προωθούσε εκείνη την εποχή (αρχές του 19ου αιώνα) η Μεγάλη Βρετανία. Ο Λιστ υποστήριξε πως η Γερμανία πρέπει να ακολουθήσει τις πράξεις της Βρετανίας και όχι τα αφηρημένα δόγματα του Άνταμ Σμιθ. «Αν η Αγγλία τα είχε αφήσει όλα ελεύθερα (laissez faire, laissez aller), οι Γερμανοί έμποροι της Χανσεατικής Λίγκας θα συνέχισαν το εμπόριο τους στο Λονδίνο, οι Βέλγοι θα κατασκεύαζαν στις βιομηχανίες τους ρούχα για τους Άγγλους και η Αγγλία θα ήταν ακόμα ένας απέραντος βοσκότοπος, όπως η Πορτογαλία έγινε το αμπέλι της Αγγλίας και παραμένει μέχρι σήμερα. Είναι πολύ πιθανό ότι χωρίς την άκρως προστατευτική εμπορική πολιτική της, η Αγγλία δεν θα είχε ποτέ φθάσει σε τόσο υψηλό βαθμό πολιτικής ελευθερίας, γιατί αυτή η ελευθερία είναι κόρη της βιομηχανίας και του πλούτου».

Το πρακτικό συμπέρασμα που έβγαλε ο Λιστ είναι πως η κατακερματισμένη τότε σε κρατίδια Γερμανία χρειαζόταν για την οικονομική της πρόοδο μία ενιαία περιοχή με έξοδο στην θάλασσα για το εμπόριό της και μία δραστική ανάπτυξη της βιομηχανίας και του εμπορίου. Για να γίνει αυτό απαιτείτο μία έξυπνη προστατευτική νομοθεσία σε συνδυασμό με την τελωνιακή ένωση όλων των γερμανικών εδαφών και η δημιουργία γερμανικού εμπορικού ναυτικού. Το βιβλίο του Λιστ προκάλεσε μεγάλη εντύπωση στην Γερμανία και οι ιδέες του αναμφίβολα αποτέλεσαν τα οικονομικά θεμέλια της σύγχρονης Γερμανίας και εφαρμόστηκαν από την πρακτική ιδιοφυΐα του Βίσμαρκ. Παράλληλα η επέκταση και η ενοποίηση του σιδηροδρομικού δικτύου της Γερμανίας οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στις προτάσεις του Λιστ.

Αλλά και στα αναπτυσσόμενα έθνη του εξωτερικού η επιρροή του Λιστ ήταν και είναι σημαντική. Η Ιαπωνία του 19ου αιώνα ακολούθησε το οικονομικό μοντέλο του. Οι πολιτικές της Κίνας στην μετά τον Μάο εποχή είναι εμπνευσμένες από την θεωρία του Λιστ. Αλλά και αρκετοί σύγχρονοι οικονομολόγοι όταν προτείνουν οικονομικές πολιτικές για τις αναπτυσσόμενες χώρες παραπέμπουν συχνά στον Λιστ.

Δυστυχώς ο Φρίντριχ Λιστ και η οικονομική του θεωρία είναι παντελώς άγνωστος στην Ελλάδα, παρά τα τεράστια προβλήματα που αντιμετωπίζουν πολλοί κλάδοι της ελληνικής Οικονομίας από τον ανταγωνισμό ξένων επιχειρήσεων. Ως αποτέλεσμα οι εθνοκεντρικές οικονομικές προτάσεις είναι από ασθενείς έως ανύπαρκτες και οι οικονομικές συζητήσεις μονοπωλούνται από σοσιαλιστές και φιλελευθέρους. Ελπίζω το παρόν άρθρο να αποτελέσει την αρχή μίας εντονότερης και συστηματικότερης ενασχόλησης του πατριωτικού χώρου με την οικονομική θεωρία και την Οικονομία γενικότερα.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο τεύχος 13 (Σεπτέμβριος 2008) του μηνιαίου περιοδικού Patria.

Σύνορα και ταυτότητες

ΣΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ βιβλίο του με τίτλο «Eloge des frontizeres» (Gallimard, 2010), ο γάλλος μελετητής Ρεζίς Ντεμπρέ καταγγέλλει την αυταπάτη ενός κόσμου ο οποίος «δίχως σύνορα» θα ήταν ευτυχής, ενός κόσμου τέκνου της παγκοσμιοποίησης, που, στην πραγματικότητα, πίσω από την επίκληση οικουμενικών ανθρωπιστικών αξιών, τείνει να εξαλείψει κάθε διαφορετικότητα.
Οπως εξηγεί ο Ντεμπρέ, σήμερα ζούμε μια σχιζοφρενική κατάσταση. Από τη μια μεριά εγκωμιάζονται η οικουμενικότητα και η παγκοσμιοποίηση, που υποτίθεται ότι καταργούν τα σύνορα, ενώ από την άλλη, από το 1990 έως σήμερα, έχουν δημιουργηθεί 29.000 χιλιόμετρα νέων συνόρων, στα οποία πρέπει να προστεθούν 18.000 χιλιόμετρα ηλεκτρονικών φραγμάτων, που βρίσκονται υπό κατασκευή. Ολοι σχεδόν οι πόλεμοι που διεξάγονται σήμερα γεννιούνται από εδαφικά προβλήματα και το ζήτημα των συνόρων έχει κομβική σημασία ακόμα και στην Ευρώπη, όπως καταδεικνύει η κρίση στο Βέλγιο.
Με δυο λόγια, ανάμεσα στον κυρίαρχο λόγο και τη συγκεκριμένη πραγματικότητα η απόσταση γίνεται όλο και μεγαλύτερη. Γι' αυτό, κατά τον Ντεμπρέ, επείγει να ξανασκεφτούμε δίχως φόβο και δίχως ταμπού την προβληματική του συνόρου, μια προβληματική που στο παρελθόν επικρίθηκε συχνά και απωθήθηκε. Το να ζούμε χωρίς σύνορα είναι μια επιταγή της υπερνεωτερικότητας, η οποία δικαιολογήθηκε με την επίκληση ευγενικών αξιών.
Στην πραγματικότητα, πρόκειται μόνον για τη «ρομαντική» έκφραση του νεοφιλελευθερισμού, ο οποίος, στο όνομα της ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων και των εργαζομένων, παρήγαγε μια φαινομενικά γενναιόδωρη ουτοπία. Ενας κόσμος χωρίς σύνορα είναι μια ψευδής οικουμενικότητα, είναι ένας κόσμος στον οποίο τελικά κυριαρχεί μόνον ο ισχυρότερος. Παραγνωρίζοντας σύνορα και ταυτότητες οδηγούμαστε σε μιαν εξαγνισμένη αποικιοκρατία, στην επικράτηση του εθνοκεντρισμού της Δύσης.
Ο δυτικός άνθρωπος δεν αποδέχεται την ύπαρξη πολιτισμών διαφορετικών από τον δικό του. Ισχυρίζεται ότι κατέχει οικουμενικές αξίες, οι οποίες μπορούν να εφαρμοστούν παντού, και επομένως αισθάνεται παντού σαν στο σπίτι του. Ο ξένος είναι δυνητικά ένας όμοιός του, ο οποίος όμως δεν το γνωρίζει ακόμα. Πρέπει επομένως να εκπαιδευτεί. Σε έναν κόσμο όμως που καταργεί την ιδέα του συνόρου, αποδυναμώνεται το θεμελιώδες ζεύγος μέσα/έξω, όπως και η έννοια της ετερότητας, η οποία διαλύεται σε μια φούσκα καλών ανθρωπιστικών προθέσεων, θέτοντας σε κίνδυνο την ίδια την ταυτότητά μας.
Σύμφωνα πάντα με τον Ντεμπρέ, το σύνορο είναι αναγκαίο για να αναγνωρίζουμε τον άλλον. Αλλά δίχως το σύνορο δεν μπορούμε να αναγνωρίσουμε ούτε και τους εαυτούς μας. Δίχως το έξω δεν υπάρχει το μέσα. Αν εξαλειφθεί αυτή η διάκριση χάνεται και η έννοια της φιλοξενίας. Το σύνορο είναι πάντοτε αμφίσημο. Μπορεί να είναι ένας λόγος σύγκρουσης και πολέμου ή ένας τόπος ειρήνης και ανταλλαγής. Εκεί όπου δεν υπάρχουν σύνορα συχνά υψώνονται τα τείχη, που είναι το αντίθετο του συνόρου. Το τείχος πράγματι κρύβει τον άλλον, ενώ το σύνορο τον αναγνωρίζει, αποδεχόμενο την ταυτότητά του, πράγμα που μπορεί να αποτελέσει το πρώτο βήμα για μια πιθανή διαπραγμάτευση. Το αντίδοτο στο τείχος είναι το σύνορο. Να αναγνωρίσουμε τη σημασία του συνόρου σημαίνει να αναγνωρίσουμε την πολυπλοκότητα και την ποικιλία του κόσμου.
Οι νέες τεχνολογίες συνέβαλαν και αυτές στη διάδοση της αυταπάτης ενός κόσμου χωρίς σύνορα. Η ψηφιακή επανάσταση γέννησε έναν ψηφιακό κόσμο και ο Ερμής, ο θεός της επικοινωνίας, μας έκανε να χάσουμε τα λογικά μας, υποσχόμενος ότι θα έχουμε πρόσβαση παντού και σε κάθε στιγμή. Η εικονική μέθη απώθησε την ιστορία και τη γεωγραφία, με τις οποίες ωστόσο σήμερα είμαστε υποχρεωμένοι να αναμετρηθούμε εκ νέου, επειδή είναι δυνατόν να ψηφιοποιηθούν τα σημεία και οι εικόνες αλλά όχι τα σώματα και η ύλη.
Μια ηλεκτρονική διεύθυνση σίγουρα δεν είναι ένας τόπος στον οποίο μπορεί να κατοικήσει κανείς. Και δεδομένου ότι τα σημεία και τα ίχνη πάνω στις οθόνες δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τους ανθρώπους και τα πράγματα, σήμερα ανακαλύπτουμε εκ νέου την υλικότητα του κόσμου.
Είναι αλήθεια βέβαια ότι η κυκλοφορία των πληροφοριών γίνεται πιο εύκολα και αυτό είναι θετικό. Τελικά όμως η κουλτούρα που κυριαρχεί είναι η αμερικανική και μάλιστα το κύριο και εμπορικό της ρεύμα. Πράγμα που σημαίνει ότι ο τεχνολογικός οικουμενισμός ευνοεί συχνά την επικράτηση μιας κουλτούρας, μιας γλώσσας, ευνοεί δηλαδή την τυποποίηση και την ομοιομορφία.
Χωρίς να λησμονούμε ότι γενικά τα κυρίαρχα μέσα μαζικής επικοινωνίας αντανακλούν και προωθούν κυρίως την άποψη ενός πολύ μικρού τμήματος του πληθυσμού, δηλαδή της δυτικής ελίτ, η οποία ζει με την ουτοπία του νομαδισμού και της παγκοσμιοποίησης.
Σύμφωνα με τον Ντεμπρέ, η τεχνο-οικονομική παγκοσμιοποίηση παράγει την πολιτικο-πολιτισμική βαλκανιοποίηση. Η τυποποίηση των τεχνολογιών και των τρόπων ζωής ευνοεί μιαν απώλεια ταυτότητας και αυτή με τη σειρά της υποκινεί απόπειρες θεμελίωσης νέων ταυτοτήτων πάνω σε θρησκευτική, γλωσσική ή περιφερειακή βάση. Η κοινωνική μας πραγματικότητα αποτελείται από τρία επάλληλα στρώματα, που βρίσκονται συνεχώς σε ένταση μεταξύ τους: εκείνο των δεσμών του αίματος, εκείνο της εθνικής κοινότητας και εκείνο της παγκοσμιοποίησης. Το πιο πρόσφατο στρώμα, εκείνο της υπερμοντέρνας παγκοσμιοποίησης, αφυπνίζει συχνά το πιο παλιό, εκείνο της ταυτότητας και του ανήκειν. Και έτσι η υπερνεωτερικότητα παράγει αρχαϊκή οπισθοδρόμηση.
Κατά τον Ντεμπρέ, χρειαζόμαστε μιαν ηθική του συνόρου, δεδομένου ότι δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από ένα κρυφό σύνορο ή από ένα σύνορο που γίνεται εμπόδιο. Το σύνορο, για να γίνει τόπος συνάντησης και επικοινωνίας, πρέπει να είναι ορατό, προφανές, κοινό και ρυθμιστικό. 
 Πηγή: http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=277182

Μία ταινία... αλλά κάτι μας λέει!

Apollo 18 Add to movie list
Release date: 08/26/2011
Language: English
Genre: Sci-Fi/Horror
MPAA rating: N/A
Director: Gonzalo López-Gallego
Actors: N/A
Plot: The real mission to space in the 1970s that NASA suddenly canceled - haven't you ever wondered why we've never gone back to the moon?

Σε αυτό το νήμα θα προσπαθήσω να αναπτύξω συνοπτικά τις εθνοσυμβολικές προσεγγίσεις του Anthony D.Smith, κυρίως σε ότι αφορά τους όρους «έθνος»(nation), «εθνική ομάδα/εθνότητα»(ethnie), «εθνική ταυτότητα»(national identity) και «εθνικισμός»(nationalism). Ο Smith υποστηρίζει ότι οι  καθορισμοί για το τι είναι έθνος εξαρτάται από τους παράγοντες που βάζουμε για να το προσδιορίσουμε. Αντικειμενικοί παράγοντες είναι η γλώσσα, η θρησκεία, περιοχή, διοικητικοί οργανισμοί. Υποκειμενικοί παράγοντες είναι οι συμπεριφορές, αντιλήψεις, θέσεις και αισθήματα. Τους αντικειμενικούς παράγοντες χρησιμοποιούν οι διαχρονιστές και οι αρχεγονιστές ενώ τους υποκειμενικούς οι νεωτερικοί/μοντέρνοι και οι μετανεωτερικοί/μεταμοντέρνοι. Εάν χρησιμοποιείς καθαρά είτε το ένα ή τον άλλο παράγοντα, τότε αποτυγχάνεις να τοποθετήσεις έθνη που χρησιμοποίησαν και τους δύο παράγοντες κατά την διάρκεια της ιστορίας τους. Ένα από αυτό είναι και η Ελληνική εθνική ομάδα(etnic group) ή Ελληνικό Έθνος, στην αρχαία, μεσαιωνική και σύγχρονη μορφή του.
Σαν παράδειγμα του ανωτέρου, μπορούμε να αναφέρουμε την...
 διένεξη του εθνο-ονόματος  Ρωμαίος κατά την Βυζαντινή περίοδο, και πόσο αυτός ήταν Έλληνας ή όχι.  Έτσι λοιπόν, εάν δίνεις μέγιστη σημασία(αντικειμενικός παράγοντας) στην ονομασία κατά την Βυζαντινή περίοδο, και παραβλέπεις την αντίληψη χρήσης του(υποκειμενικός παράγοντας), τότε αρχίζεις να πέφτεις σε αντιφάσεις που θα έχουν σαν αποτέλεσμα την περιθωριοποίηση στοιχείων που καθόρισαν το γεγονός(π.χ. ονομασία των Ελλήνων, συνέχεια και επανάληψη της εθνικής ταυτότητας, συνειδητότητα). Το εάν οι Έλληνες λεγόντουσαν Ρωμαίοι, ή Γραικοί ή Γιουνάν, δεν είναι απλά ένα αντικειμενικό στοιχείο, το οποίο εάν δεν το συνδυάσεις με το υποκειμενικό(αντίληψη, θέση) τότε έχεις αποτύχει στην έρευνα σου. Για αυτό λοιπόν τα στοιχεία αυτά πρέπει να προσεγγίζονται με εθνοσυμβολικό τρόπο, δηλαδή συνδυασμένα και όχι μεμονωμένα.
Ο Σμιθ επικεντρώνεται στην ιστορική διαδικασία σε ότι αφορά την εθνολογική έρευνα και στο τρίπτυχο της  Επανάληψης(Recurrence), της συνέχεια(continuity) και της οικειοποίησης (appropriation) ή συνοπτικά longue durée: αυτοί είναι οι τρόποι με τους οποίους το παρελθόν σχετίζεται με το παρόν, το  οποίο παρελθόν που πρέπει να ανακτηθεί και να πιστοποιηθεί. Μπορούμε μόνο να αρχίσουμε να αντιλαμβανόμαστε τη δύναμη που ασκείται από το εν λόγο παρελθόν, αν επεκτείνουμε την ανάλυσή μας, αυτή των εθνών και του εθνικισμού πολύ πριν από την έναρξη της νεωτερικότητας, στη συλλογικές πολιτιστικές ταυτότητες και στις κοινότητες των προνεωτερικών εποχών.
Για να δούμε συνοπτικά τις εθνοσυμβολικές θέσεις/κλειδιά του Σμιθ:

1
Οι όροι «έθνος» και «εθνική ταυτότητα» είναι αναγκαίο να διαχωριστούν αναλυτικά από εκείνη του «κράτους», ακόμη και στην περίπτωση των σύνθετων εθνών- κρατών όπως η Μεγάλη Βρετανία. Αυτό σημαίνει ότι η πολυδιαφημισμένη «παρακμή του κράτους» στην μεταμοντέρνα εποχή, δεν είναι το ίδιο με μια παρακμή των εθνών
. Αυτά είναι αρκετά διαφορετικά ζητήματα και χρειάζεται περαιτέρω ανάλυση. Ουσιαστικά όμως,  το εθνικό κράτος συμμετέχει ενεργά στο ζήτημα της παρακμής ή διατήρησης των εθνών.

2
Με τον ίδιο τρόπο, όροι όπως «έθνος» και «εθνική ταυτότητα», πρέπει βαθειά να ξεχωριστούν από τον «εθνικισμό», ο οποίος θεωρείται μια ιδεολογία και κίνημα ή ένα ιδεολογικό κίνημα. Επίσης, πρέπει να διαχωρίζεται από τις «εθνικές αντιλήψεις» οι οποία δεν έχουν ιδεολογοποιηθεί ή πολιτικά οργανωθεί. Και πάλι, η φθίνουσα πορεία  του ενός δεν συνεπάγεται αντίστοιχη πορεία και του άλλου.
O εθνικισμός διαδραματίζει καίριο ρόλο στη παρακμή ή στην διατήρηση των εθνών.

3
Όροι όπως «έθνος» και «εθνική ταυτότητα» λειτουργούν σε διαφορετικά επίπεδα. Αφηρημένα, αναφέρονται σε εννοιολογικές κατηγορίες και ιδανικούς τύπους. Με αυτή την έννοια, η έννοια του έθνους μπορεί να οριστεί σε ιδανική-τυπική άποψη, ως
μια ονομαζόμενη ανθρώπινη κοινότητα που κατοικεί σε μία αντιληπτή πατρίδα, έχοντας κοινούς μύθους και μια κοινή ιστορία, μια ξεχωριστή δημόσια κουλτούρα, και κοινή νομοθεσία και έθιμα για όλα τα μέλη.
Στην πράξη, βέβαια, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις η προσέγγιση του «έθνους» γίνεται σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό με αυτόν τον ιδεώδη ορισμό του.
Ομοίως, «εθνική ταυτότητα»-ως κατηγορία-μπορεί να οριστεί ως η συνεχής αναπαραγωγή και επανερμηνεία από τα μέλη μιας εθνικής κοινότητας των σχημάτων των συμβόλων, αξιών, μύθων, μνημών και παραδόσεων που συνθέτουν το διακριτικό της πολιτιστικής κληρονομιάς των εθνών, εκαι η μεταβαλλόμενη προσδιοριστική ταυτότητα των μεμονωμένων μελών αυτής της κοινότητας με την εν λόγω κληρονομιά και των πολιτιστικών στοιχείων.

4
Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, σε ένα πιο συγκεκριμένο επίπεδο, οι όροι αυτοί αναφέρονται σε διυποκειμενικές πραγματικότητες, οι οποίες με τον καιρό έχουν συσταθεί στο μυαλό των ανθρώπων, καθώς και θεσμικά και αντικειμενικά, κοινόχρηστες πραγματικότητες.
Δηλαδή, το «έθνος», ως όρος μπορεί επίσης να αναφέρεται σε ιστορικές κοινότητες που γεννήθηκαν από τις συγκεκριμένες κοινωνικές διαδικασίες λειτουργίας και το συνδυασμό μακροπρόθεσμα.
Έτσι ώστε τα έθνη και οι εθνικές ταυτότητες λειτουργούν ταυτόχρονα σε δύο επίπεδα: ως υποκείμενα της σημασίας και του λόγου, και ως ισχυρά κοινοτήτες για τα μέλη τους και τις συνέπειές τους. Ως ιστορικά τα έθνη και οι εθνικές ταυτότητες,   πάντα μπορούν να αλλάξουν και τα περιεχόμενά τους να  αμφισβητηθούν.

5
Ο εθνικισμός, επίσης, μπορεί να αναλυθεί σε περισσότερα από ένα επίπεδα. Έτσι λοιπόν, εθνικισμός είναι ένα ιδεολογικό κίνημα με σκοπό την επίτευξη και τη διατήρηση της αυτονομίας, της ενότητας και ταυτότητας για έναν πληθυσμό που ορισμένα από τα μέλη της κρίνουν ότι συνιστούν πραγματικό ή δυνητικό "έθνος".
Αν και υπάρχουν πολλοί τύποι εθνικιστικής ιδεολογίας και πολλά διάφορα είδη κινημάτων , ο  ιδεατός ορισμός χρησιμεύει για την οριοθέτηση του εθνικισμού από τις άλλα ιδεολογικά κινήματα, καθώς και από τα εθνικά αισθήματα.
Ταυτόχρονα, οι εθνικισμοί, όπως και τα έθνη, είναι  ιστορικά φαινόμενα που δημιουργούνται από διαφορετικές κοινωνικές και πολιτισμικές διεργασίες, λαμβάνοντας πολλές μορφές, τόσο μεταξύ όσο και εντός των συγκεκριμένων κοινοτήτων και πολιτισμών.

6
Ο σχηματισμός των εθνών μπορεί να ιχνηλατηθεί στην ανάπτυξη ορισμένων κοινωνικών διαδικασιών και πηγών, καθώς και ο συνδυασμός τους με την πάροδο του χρόνου.
Αυτά βοηθούν στη διαμόρφωση του ανθρώπινου πληθυσμού σε κατηγορίες και κοινότητες σε προσεγγίσεις του ιδεατού τύπου του έθνους.
Βέβαια, στην πράξη, εμπλέκονται  διάφοροι παράγοντες στην ανάπτυξη αυτών των κοινωνικών διαδικασιών και πηγών.

7
Όπως ακριβώς το έθνος θεωρείται από ορισμένους ως μια «φαντασιακή κοινοτητα», ως κατασκεύασμα της εξουσίας και της ιντελιγκέντσιας, έτσι και μια παγκοσμία κουλτούρα η οποία θα είναι μια απομίμηση στοιχείων του παρελθόντος υποστηριζόμενη από την επιστήμη και τις τηλεπικοινωνίες, θεωρείται ως η πιο τολμηρή και φιλόδοξη πράξη της φαντασίας της ανθρωπότητας.

O Anthony Smith, υποστηρίζει ότι το έθνος και η εθνική ταυτότητα αποτελούν εθνοσυμβολική κατασκευή, δηλαδή συστήνονται με βάση την επιλογή, το συνδυασμό και την αποκωδικοποίηση αξιών, συμβόλων και μνημών που προϋπάρχουν μέσα στην εθνοτικότητα ή εθνοτικότητες(ethnie). Οι εθνοσυμβολικές θεωρίες τοποθετούν στο κέντρο της εθνοκατασκευής την κουλτούρα και τον πολιτισμό και κυρίως δεν μηδενίζουν την έννοια της εθνικής ταυτότητας όπως κάνουν οι μοντέρνοι, μεταμοντέρνοι κλπ.
Θα επαναλάβω την άποψη του Anthony Smith για την γένεση του σύγχρονου Ελληνικού Έθνους που βασίζεται στις απόψεις του J.A.Armstrong(National before nationalism,1982, σελ 179-182) και κατά επέκταση στον Απόστολο Βακαλόπουλο(Νέος Ελληνισμός, τόμος 1):
«Μήπως οι Έλληνες εθνικιστές είχαν εντελώς άδικο όταν ισχυρίζονταν ότι το ελληνικό έθνος αναγόταν στη βυζαντινή αυτοκρατο­ρία ή ακόμα και στην αρχαία Ελλάδα και, αντιθέτως, είχαν δίκιο οι μοντερνιστές/νεωτερικοί στον ισχυρισμό τους ότι το ελληνικό έθνος δημιουργήθηκε μό­λις στις αρχές του 19ου αιώνα με την έλευση της νεωτερικότητας; Εφόσον οι μοντερνιστές/νεωτερικοί ορίζουν το έθνος με όρους συλλογικών πολιτικών δικαιω­μάτων, δημόσιας κουλτούρας και οριοθετημένης εδαφικής επικράτειας, τότε δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η έννοια έθνος είναι αδιανόητη πριν από τη μοντέρνα εποχή. Αλλά όμως ένα πιέσουμε αυτά τα κριτήρια (των νεωτερικών), μπορούμε να μιλάμε για Ελληνικό έθνος πριν την Ελληνική ήττα του 1922 από τους Τούρκους και την απόρροια ανταλλαγή πληθυσμού και σταθερότητας μέσα στα σύνορα; Οι νεωτεριστές μιλάνε…..πριν τον 20ο αιώνα.  Εάν όμως ορίσουμε το έθνος, εμείς (οι εθνο-συμβολιστές) με τους νέο-διαχρονιστές με όρους εθνικότητας(ethnicity), λαϊκής γλώσσας και θρη­σκευτικής κουλτούρας, τότε θα μπορούσε να υποστηριχτεί ότι το ελληνικό έθνος(Nation) υπάρχει από τους ύστερους βυζαντινούς χρόνους, όπως και από την ορθόδοξη κοινότητα που ακολούθησε και η οποία διοικείτο από Έλληνες και από έναν ελληνόφωνο κλήρο.Επιπλέον, παρόλο που επήλθε σοβαρή ρήξη στη δημογραφική συνέ­χεια της Ελλάδας εξαιτίας των εισβολών των Αβάρων, των Σλάβων και των Αλβανών τον 6ο αιώνα, θα μπορούσε να υποστηριχτεί ακόμα και η ύπαρξη μιας έντονης πολιτισμικής συνάφειας με την αρχαία Ελλάδα, όπως φαίνεται από την αναβίωση της ελληνικής φιλοσοφίας στην ύστερη Βυζαντινή αυτοκρατορία
Κλείνοντας θα επαναλάβω την άποψή μου ότι το σύγχρονο Ελληνικό Έθνος γεννήθηκε την ύστερη Βυζαντινή περίοδο, εξελίχθηκε και εξελίσσεται πολιτικά, οικονομικά και πολιτισμικά μέχρι σήμερα, ενώ κατά την μέση-πρώιμη Βυζαντινή, Ρωμαϊκή και Κλασσική περίοδο υπήρχε ως «εθνική ομάδα»(ethnie).

ΠΗΓΕΣ:
1-«National Identity», 1991 και στα Ελληνικά ως «Εθνική ταυτότητα», 1999(το μοναδικό βιβλίο του Σμιθ που έχει μεταφραστεί)
2-«The nation in history: historiographical debates about ethnicity and nationalism», 2000
3- «Nations in decline?» στο «Nationalism in a global era : the persistence of nations», 2007
4-«Nationalism», 2010
βλ.: http://networkedblogs.com/fAUvZ


"Έξυπνο" και καλοστημένο έντυπο νεοφιλελεύθερης προπαγάνδας.
Εκ πρώτης όψεως απευθύνεται στους εραστές του βιβλίου, αλλά στην ουσία υπάρχει αφενός για να κολακεύει και να συντηρεί ιδεολογικά τους κάθε μορφής φιλελευθέρους, εφετέρου για παγιδεύει τους ανυποψίαστους άλλους/μη φιλελευθέρους σε "δρόμους" φιλελεύθερων ή κρυπτοφιλελευθέρων ιδεών (δηλαδή συμφερόντων, καθότι οι ιδέες υπηρετούν πάντα συμφέροντα) και να τους παρασύρει ή να τους προκαλέι σύγχυση.
Καλή δουλειά, όσον αφορά στους ομολογημένους και ανομολόγητους στόχους των εκδοτών και των συνεργατών τους.
Βεβαίως θα προτιμούσα μία "επιθεώρηση βιβλίου" που να μήν είναι στρατευμένη στην υπηρεσία "κάποιων" συμφερόντων, αλλά στην υπηρεσία της αλήθειας και της γνήσιας φιλομάθειας, κρίμα!

H «ΙΔΡΥΤΙΚΗ ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ» ΤΗΣ «ΣΠΙΘΑΣ» ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΤΕΙ - της Άννας Φραγκουδάκη // Η ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ ΤΟΥ ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ ΚΑΙ ΟΙ ΣΕΙΡΗΝΕΣ ΤΗΣ ΥΠΟΤΕΛΕΙΑΣ (Απάντηση στην κ. Φραγκουδάκη) - Της Μαίρης Καρακούση

Ο Μίκης Θεοδωράκης ανακοίνωσε την ίδρυση πολιτικού φορέα με την επωνυμία «Σπίθα»: Κίνηση Ανεξάρτητων Πολιτών, σε δημόσιες εκδηλώσεις (1.12.2010 και 17.1.2011), όπου και μοιράστηκε η «ιδρυτική διακήρυξη» της κίνησης, μικρό βιβλίο 48 σελίδων, που παράλληλα αναρτήθηκε στο διαδίκτυο[1] και επίσης δημοσιεύθηκε ολόκληρο (παράξενο για εφημερίδα) στην Ελευθεροτυπία 4.12.2010. Αυτή η διακήρυξη πρέπει οπωσδήποτε να διαβαστεί. Όλα δείχνουν ότι κανένας δεν τη διάβασε μέχρι τώρα και αυτό είναι πολιτικά επικίνδυνο. Φαίνεται ότι δεν τη διάβασαν οι δημοσιογράφοι[2]. Εάν, για παράδειγμα, την είχε διαβάσει ο συντάκτης του σύντομου στην Ελευθεροτυπία σημειώματος που προλογίζει τη μακροσκελέστατη για εφημερίδα δημοσίευσή της, θα δίσταζε να ονομάσει τη διακήρυξη «υποθήκη» και μάλιστα για «κάθε Έλληνα και για κάθε άνθρωπο όπου γης»[3]. Τα λοιπά σύντομα σημειώματα στον Τύπο μνημονεύουν από τα περιεχόμενα της ιδρυτικής διακήρυξης μόνο την καταγγελία της κυβέρνησης και του μνημονίου, την «ανυπακοή» που προτείνει για να μην περάσουν τα σχετικά μέτρα, και αναπαράγουν μια φράση περί «σπίθας» που φαίνεται την εξέλαβαν σαν ποιητική.

Κατά τα άλλα αναφέρονται στον Μίκη Θεοδωράκη και τα χαρίσματά του, σε μεγάλη συμμετοχή, ενθουσιασμό και χειροκροτήματα. Είναι φανερό ότι θα πρέπει στις εκδηλώσεις να κυριάρχησε η γοητεία που ασκεί στα πλήθη ο διάσημος συνθέτης. Θα πρέπει να επικράτησαν μεμονωμένες λέξεις/αξίες που ασκούν μαγεία ιδίως όταν τις λέει ο λαοφιλής μουσικός που τις τραγούδησε τόσες δεκαετίες με τόσο συγκινητικό τρόπο: ο λαός και το δίκιο του, η ελευθερία, η ανεξαρτησία, η εθνική περηφάνια... Με άλλα λόγια θα πρέπει να κυριάρχησε η μαγεία και όχι η πολιτική κρίση.

Αυτή η διακήρυξη πρέπει οπωσδήποτε να διαβαστεί. Οι δύσκολες ώρες όπως οι περίοδοι κρίσης δεν μπορούν προφανώς σε μια κοινωνία να ξεπεραστούν «τραγουδώντας», δηλαδή χωρίς πολιτικό σχέδιο για το τι θα γίνει εάν τυχόν πετύχει η διάλυση της συνταγματικής νομιμότητας που προτείνει η διακήρυξη. Η περιβόητη «ανυπακοή» (που δεν εφευρέθηκε από τον Μίκη Θεοδωράκη) παραπέμπει σε συμπεριφορές άτακτων παιδιών απέναντι στον πατέρα κράτος, με χειρότερο παραπληρωματικό νόημα την ανευθυνότητα που αποδίδεται στα παιδιά ως ανήλικα για τις συνέπειες της «ανυπακοής». Ο συνδυασμός που προκύπτει από την ανυπακοή με αυτή τη σημασία μαζί με τη μαγεία του μεγάλου συνθέτη όταν διευθύνει το πλήθος που τραγουδάει είναι συνδυασμός πολύ επικίνδυνος, καθώς τα προβλήματα είναι μεγάλα, η οικονομική κρίση απειλητική και η κρίση των ιδεών και της πολιτικής βαθιά.

Βέβαια δεν έπρεπε να έχει καθόλου υπάρξει αυτός ο συνδυασμός. Θα μπορούσε η άσβεστη αγωνιστική διάθεση του Μίκη Θεοδωράκη να προσφέρει πολλά άλλα πολύτιμα. Το μουσικό του έργο ανήκει στο πολιτισμικό κεφάλαιο της χώρας και είναι κληρονομιά για τις νέες γενιές. Δεν έπρεπε να εκμεταλλευτεί τόσο άκριτα αυτό το έργο ούτε «την αγάπη όλων των Ελλήνων» (που μνημονεύει το κείμενο). Όμως δεν είναι μόνος σε αυτή την «κίνηση». Η διακήρυξη αναφέρει «συνεργάτες και φίλους» που αποτελούν την «Επιτροπή Πρωτοβουλίας». Επίσης η διακήρυξη ολοφάνερα δεν είναι γραμμένη από έναν άνθρωπο αλλά αποτελείται από κομμάτια δυο ή τριών συγγραφέων. Οι «συνεργάτες» που συνέβαλαν στην πολιτική πρωτοβουλία και στη συγγραφή της διακήρυξης αδιαφόρησαν τελείως για τον Μίκη Θεοδωράκη[4]. Το κείμενο που δημοσιοποιήθηκε είναι σε όλα αδιανόητο. Οι «συνεργάτες» συνεπώς εκμεταλλεύτηκαν την αίγλη του μεγάλου συνθέτη. Και πέτυχαν το ανεπίκαιρο και βαθιά λυπηρό για τη χώρα στραπατσάρισμα της δημόσιας εικόνας του.

Αν συνόψιζε κανείς τη διακήρυξη σε λίγες αράδες, θα υπογράμμιζε το εξής ακατανόητο για κείμενο που δημοσιοποιείται ως πρόταση «πολιτική»: παρουσιάζει τα πολιτικά γενόμενα, ελληνικά και διεθνή (τις κυβερνητικές πολιτικές, την εξωτερική πολιτική των κρατών) να πηγάζουν όχι από αίτια πολιτικά, οικονομικά ή στρατηγικά, αλλά από κακές προθέσεις και μοχθηρά αισθήματα όσων ονομάζει πολιτικούς αντιπάλους και εθνικούς «εχθρούς». Η οργή αντικαθιστά την ανάλυση και οι βεβαιωτικοί ισχυρισμοί την τεκμηρίωση. Όλα τούτα καταλήγουν σε κάτι σαν σενάριο αφελούς αστυνομικής ταινίας με ήρωες απεχθείς «κακούς».
 
Η πρόταση για τη δημιουργία «Κίνησης»

 
Η διακήρυξη ξεκινάει με τη δήλωση ότι «δεν» αποσκοπεί στο «σχηματισμό κόμματος» ούτε όμως «οργανωμένου λαϊκού κινήματος» και καταλήγει σε μια πρόταση που κάνει ακατανόητο σε τι αποσκοπεί. Προτείνει (α) να σχηματιστούν «ανεξάρτητες Επιτροπές Πρωτοβουλίας», «ανεξάρτητα και μακριά από το υπάρχον πολιτικό-κομματικό κατεστημένο, με επίκεντρο τον ανεξάρτητο πολίτη» και (β) αργότερα, σε ένα «μελλοντικό στάδιο» να αποχτήσουν επαφή μεταξύ τους και να «συντονιστούν». Στόχο των επιτροπών προτείνει: «την ενημέρωση, τον προβληματισμό αλλά και τη δραστηριοποίηση και την πραγματοποίηση παρεμβάσεων», ενώ στο μελλοντικό στάδιο αφού «συντονιστούν»: «να φτάσουμε στο επίπεδο δημιουργίας Επιτροπών Πρωτοβουλίας που να καλύπτουν ένα τομέα εργασίας, μια σχολή, μια συνοικία, μια πόλη, ακόμα και μια περιοχή»[5].
 

Η μεγάλη ασάφεια της οργανωτικής πρότασης θα πρέπει να οφείλεται στην αντίληψη περί «ανεξαρτησίας» που επικαλείται το «Κίνημα Ανεξάρτητων Πολιτών», καθώς απευθύνεται στους «ανεξάρτητους» πολίτες και προτείνει «ανεξάρτητες επιτροπές πρωτοβουλίας», όχι μόνο «ανεξάρτητα» αλλά και «μακριά» από όχι μόνο το «κομματικό» αλλά και το «πολιτικό» (;) κατεστημένο, με «επίκεντρο (;) τον ανεξάρτητο πολίτη». Η ακόμα ασαφέστερη πρόταση τι να κάνουν αυτές οι επιτροπές («ενημέρωση, προβληματισμό, δραστηριοποίηση και πραγματοποίηση παρεμβάσεων») είναι ακατανόητο πού οφείλεται, εφόσον μάλιστα η διακήρυξη κηρύττει την άμεση «σωτηρία» της Ελλάδας.
 

Η πολιτική ανάλυση της «Σπίθας»: οι «εχθροί του λαού»
 
Στόχος της Κίνησης είναι να σωθεί η Ελλάδα από την οικονομική κρίση, το ΔΝΤ, την εξάρτηση από τις ΗΠΑ, την ΕΕ, την εθνική ταπείνωση, τέλος από την «αποδόμηση του εθνικού, ιστορικού και παραδοσιακού μας χαρακτήρα». Έχει μια διττή λογική: ποιος φταίει για όλα τα δεινά της χώρας και τι πρέπει να γίνει. Ας αρχίσουμε από το ποιος φταίει.

Φταίνε οι ελληνικές κυβερνήσεις τόσο διαχρονικά όσο και σήμερα. Μολονότι αυτό επαναλαμβάνεται, είναι σαφής η προτίμηση να «φταίει» η σημερινή κυβέρνηση και γενικά το ΠαΣοΚ και σαφέστατο σε όλες τις σχετικές αναφορές ότι η ΝΔ φταίει κι αυτή αλλά ασύγκριτα λιγότερο. Το πρόβλημα δεν είναι η κατανομή ευθυνών στα μεγάλα κόμματα, που στο κάτω κάτω είναι πολιτική άποψη. Πρόβλημα είναι ότι δεν καταγγέλλει την κυβέρνηση για την πολιτική της αλλά για ταπεινά αισθήματα όπως «εμπάθεια». Σε κραυγαλέα αντίφαση με την πρόταση «ανυπακοής» με στόχο να ακυρωθεί το μνημόνιο, καταγγέλλει την κυβέρνηση ότι «καθυστέρησε» το δανεισμό και αντί «να σπεύσει να δανειστεί» (sic), έχασε πολύτιμο χρόνο. Αυτό δεν είναι καν το χειρότερο. Ερμηνεύει την «καταστροφική» καθυστέρηση της κυβέρνησης να προσφύγει σε δανεισμό ως εξής: προσπαθούσε, λέει, «να ρίξει τα βάρη στη ΝΔ από κομματική και μόνο (sic) εμπάθεια»[6].

Μεγαλύτερος από τις ελληνικές κυβερνήσεις ένοχος για όλα τα κακά της χώρας είναι «οι εχθροί μας, οι εχθροί του Λαού και της πατρίδας μας». Κύριος εχθρός είναι οι ΗΠΑ, δεύτερος το ΔΝΤ που εκπροσωπεί τα συμφέροντά τους, και ύστερα η ΕΕ, η Γερμανία και τέλος η Γαλλία.
Με το ίδιο αδιανόητο για πολιτικό κείμενο σκεπτικό, αποδίδει και στους «εχθρούς» όχι πολιτικά κίνητρα αλλά κακόβουλα αισθήματα. Η εξωτερική τους πολιτική, κατά τη διακήρυξη, οφείλεται στην αλαζονεία τους και στο γεγονός ότι περιφρονούν τους «μικρούς και ασήμαντους (sic) λαούς». Η ΕΕ π.χ. ευθύνεται για τα δεινά της Ελλάδας επειδή είναι «ομάδα πλουσίων, που χάρη στις πολεμικές τους βιομηχανίες -δηλαδή την εξαγωγή του μαύρου θανάτου- έχουν κυρίαρχη οικονομική θέση που βλέπει αφ' υψηλού τους υπόλοιπους μικρούς και ασήμαντους λαούς», όπως πρόσφατα ανακαλύφθηκε στο «πραγματικό "καθαρά δικτατορικού χαρακτήρα" πρόσωπο του ντουέτου Μέρκελ-Σαρκοζί»[7].
Μεγάλη ευθύνη φέρει το ΔΝΤ που είναι όργανο των ΗΠΑ. Αξιοσημείωτο είναι ότι το ΔΝΤ περιγράφεται να παίρνει μαθήματα από τη CIA ως εξής: όπως η CIA σε βασανιστήρια με αλλεπάλληλα ηλεκτροσόκ πετυχαίνει την αποδόμηση της προσωπικότητας και άρα τον πλήρη έλεγχο των ανθρώπων, έτσι και το ΔΝΤ προκαλεί σοκ με την οικονομική κρίση και έτσι πετυχαίνει τον έλεγχο των λαών ώστε να δεχτούν τα μέτρα λιτότητας για τα δάνεια[8].

Οι ΗΠΑ ευθύνονται διαχρονικά και αποκλειστικά για όλα τα πολιτικά γενόμενα στην Ελλάδα και την Κύπρο. Μολονότι οι ελληνικές πολιτικές ηγεσίες καταγγέλλονται συχνά στο κείμενο, δεν αναφέρεται η παραμικρή τους ευθύνη για πολιτικά θέματα που αποδίδονται στους «εχθρούς» με έμφαση στις ΗΠΑ. Η επιβολή π.χ. της δικτατορίας το 1967 και η επέμβαση το 1974 τουρκικών στρατευμάτων στην Κύπρο αποδίδονται στις ΗΠΑ σαν να ήταν οι συνταγματάρχες δικτάτορες και ο αποτυχημένος μιμητής τους Σαμψών προϊόντα εισαγωγής που έστειλε κρυφά η CIA. Το αδιανόητο και εδώ δεν είναι καν αυτό, αλλά η ποιότητα των πολιτικών συλλογισμών. Όπως συστηματικά στο κείμενο η πολιτική των κρατών αποδίδεται σε κακές προθέσεις και κακόβουλα αισθήματα, η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ αποδίδεται στο «μίσος» (!) των Αμερικανών εναντίον των Ελλήνων[9].
 
Η πρόταση της διακήρυξης: πώς να «σωθεί» η ελληνική οικονομία
 
Την προτροπή σε «ανυπακοή» για να μην περάσουν τα μέτρα του μνημονίου, αντίθετα με τα κόμματα της Αριστεράς, η διακήρυξη την αναγνωρίζει ρητά ως κατάλυση της «συνταγματικής νομιμότητας». Δεν ασχολείται ωστόσο με τις ενδεχόμενες συνέπειές της, αρκείται να της προσδώσει ηθική νομιμότητα ονομάζοντας την κυβέρνηση «ουσιαστικά μειοψηφία». Προτείνει λοιπόν «εμείς, η συντριπτική πλειονότητα των ανεξάρτητων πολιτών», να επιδείξουμε «ανυπακοή» (με κεφαλαία) ώστε να ακυρωθεί το μνημόνιο.

Με συνέπεια ακολουθώντας το σκεπτικό ότι η πολιτική λειτουργεί με συναισθήματα, δεν προτείνει πάλη κατά του μνημονίου για να ανατραπούν οι οικονομικές του επιπτώσεις αλλά για να αρθεί η εθνική ταπείνωση. Τα μέτρα ονομάζονται «προσβολή», αλλαγές που «αποφασίζει και επιβάλλει η Τρόικα προς μέγιστο εξευτελισμό της εθνικής μας αξιοπρέπειας», που «προσβάλλει τον ελληνικό λαό και τον ευρωπαϊκό πολιτισμό», «μας κάνει όλους να ντρεπόμαστε», και άρα απέναντι «στην κακοήθη προσβολή που μας γίνεται» χρειάζεται η «απάντηση ενός υπερήφανου λαού». Υπάρχουν πολλές ακόμα παρόμοιες φράσεις.

Για τους παραπάνω άσχετους με την οικονομία λόγους λοιπόν πρέπει να πολεμήσουμε το μνημόνιο. Και για να «σωθεί» η Ελλάδα, ιδού τι πρέπει να γίνει μεταξύ άλλων (διαλέγω τρεις από τις πολλές προτάσεις, τις πιο, ας πούμε, εντυπωσιακές):
(α) Να εκδικηθούμε τους «εχθρούς» που μας «προσβάλλουν» με το να σταματήσουμε αμέσως «να αγοράζουμε πολεμικά όπλα από τη Γερμανία και τη Γαλλία», (β) να μιμηθούμε την Ουγγαρία που αρνήθηκε το δάνειο του ΔΝΤ και «φορολόγησε τις τράπεζες» και (γ) «να απευθυνθούμε στη Ρωσία και την Κίνα» τόσο για όπλα, γιατί υπάρχει θέμα εθνικής άμυνας, όσο και για τη λύση περίπου όλων των οικονομικών προβλημάτων της χώρας.

Παρακάμπτω ότι η πρόταση να σταματήσουμε την αγορά όπλων από τη Γερμανία και τη Γαλλία δεν στηρίζεται σε κανένα πολιτικό ή οικονομικό ή στρατηγικό επιχείρημα, αλλά είναι εκδίκηση για την «προσβολή» που μας κάνουν. Η πρόταση να μιμηθούμε την Ουγγαρία, εκτός που είναι ακατανόητο πώς συνδυάζεται με τα υπόλοιπα, κι αυτή προβάλλεται όχι ως πολιτική αλλά σαν λεβεντιά (και μάλιστα λεβεντιά που επέδειξε η ουγγρική «επάρατη (sic) δεξιά»). Η Ουγγαρία «κέρδισε το διεθνή θαυμασμό για την τόλμη της ηγεσίας της με την άρνηση της δεξιάς ουγγρικής κυβέρνησης να συνεχίσει την πολιτική της εθνικής υποτέλειας των σοσιαλιστών προκατόχων της». Και ιδού ποιο είναι το μεγάλο οικονομικό (!) κατόρθωμα της Ουγγαρίας με την απόφαση (που ομολογώ δεν γνωρίζω) να «φορολογήσει τις τράπεζες» και να αρνηθεί δάνειο από το ΔΝΤ: «Κόντεψαν να πάνε από εγκεφαλικό όλοι μαζί, η ΕΕ, το ΔΝΤ, οι τραπεζίτες και όλα τα παράσιτα και τα "λαμόγια" του χρηματοπιστωτικού συστήματος!»[10].

Για την πρόταση να αντιμετωπιστεί η οικονομική κρίση με δανεισμό από τη Ρωσία και την Κίνα, αξίζει να αναδείξουμε ότι η σφοδρή στο κείμενο αγανάκτηση για την εθνική ταπείνωση δεν αφορά τον δανεισμό τον ίδιο και τις σχετικές δεσμεύσεις. Ταπείνωση είναι η επιλογή του δανειστή. Για την καταφυγή στη Ρωσία δεν υπάρχει καμία φράση που να εξηγεί γιατί η επιλογή της δεν είναι ταπείνωση. Για την Κίνα τέτοια αιτιολόγηση εμφανίζεται περιττή, γιατί παρουσιάζεται σαν επιλογή τόσο συμφέρουσα οικονομικά που φαίνεται αυτό αναιρεί την ταπείνωση.

Η πρόταση να δανειστούμε από την Κίνα συνοψίζεται στα ακόλουθα απίστευτα. Κατά «πληροφορίες» που «κυκλοφορούν στο διαδίκτυο» (sic), η Κίνα «μας πρότεινε» (sic) «να μας ξεπληρώσει όλο το δημόσιο χρέος χωρίς αντάλλαγμα (sic)» κι ακόμα «να μας δανείσει όποιο ποσό είναι αναγκαίο για τη λειτουργία της χώρας με 1%» (sic). Και ιδού το οικονομικό «σχέδιο σωτηρίας»: «... για να ολοκληρωθεί το Σχέδιο Σωτηρίας πρέπει το συντομότερο να υπάρξει μια ολιγομελής εθνική αντιπροσωπεία με το αναγκαίο εθνικό κύρος, που θα πρέπει να επισκεφθεί άμεσα ... τη Μόσχα και το Πεκίνο, για να διαπραγματευθούν: τη σύναψη δανείου με το χαμηλότερο δυνατό επιτόκιο και με εξόφληση ύστερα από 20 τουλάχιστον έτη...»[11].

Το σχέδιο οικονομικής «σωτηρίας», με άλλα λόγια, θα «ολοκληρωθεί» χάρη στην ακόμα και με τον κοινό νου τουλάχιστον αξιοπερίεργη αφιλοκέρδεια, αφιλοχρηματία και οικονομική ανιδιοτέλεια της μεγάλης παγκόσμιας δύναμης που είναι η Κίνα, η οποία, «κατά πληροφορίες στο διαδίκτυο», όχι μόνο «μας» δανείζει με 1% αλλά μας δίνει επιπλέον «χωρίς αντάλλαγμα» όσα πολλά δισ. ξεπληρώνουν «όλο το δημόσιο χρέος». Ο όποιος σχολιασμός είναι προφανώς αδύνατος.

Υπάρχουν πολλά ακόμα, τόσο οικονομικά όσο και πολιτικά, εξίσου απίστευτα και συχνά αντικρουόμενα μεταξύ τους. Αποδέχεται π.χ. το κείμενο ότι χρειάζονται οι «βαθιές τομές» (που κάνει η σημερινή κυβέρνηση) αλλά προτείνει «ανυπακοή» για να μην περάσουν, διότι, πρώτον, έπρεπε το ΠαΣοΚ να τις έχει κάνει νωρίτερα και διότι, δεύτερον, τις κάνει μέσω της Τρόικας «προς μέγιστο εξευτελισμό της εθνικής μας αξιοπρέπειας». Σημειωτέον ότι ο αδιανόητος συλλογισμός: μολονότι απαραίτητες, οι αλλαγές δεν πρέπει να γίνουν εφόσον καθυστέρησαν, συνοδεύεται και από τη θέση ότι η ΝΔ δεν ευθύνεται, γιατί αυτή αντικειμενικά δεν μπορούσε να τις κάνει ούτε νωρίτερα ούτε αργότερα. Παρόμοια παραδείγματα δεν έχουν τελειωμό. Η διακήρυξη προτείνει να «διώξουμε από την Πατρίδα μας την ξένη ακρίδα», «να αποχωρήσει» η Ελλάδα «από τον μηχανισμό στήριξης ΕΕ, ΔΝΤ και από το ΝΑΤΟ», να κάνουμε «απελευθερωτικό αγώνα» κατά των ΗΠΑ και πολλά άλλα (παρακάμπτω διάφορες ακρότητες όπως τις παλικαρίσιες προτάσεις να χρησιμοποιηθεί το casus belli στην εξωτερική πολιτική με τους βαλκάνιους γείτονες).

Χαριστική βολή είναι ότι η διακήρυξη κλείνει με το σύνθημα (σε κεφαλαία): «Η Ελλάδα ανήκει στην Ελλάδα και μόνο στην Ελλάδα!», που είναι ατυχέστατη γλωσσικά όσο και νοηματικά παραλλαγή του γνωστού συνθήματος του ΛΑΟΣ: «Η Ελλάδα ανήκει τους Έλληνες».
 

Επίλογος
 
Πράγματι δεν έπρεπε ο Μίκης Θεοδωράκης να εκμεταλλευτεί «την αγάπη όλων των Ελλήνων» γιατί δεν αφορά αυτή η αγάπη τις πολιτικές του θέσεις και επιλογές, παλιές ή καινούργιες, αφορά το μουσικό του έργο και την πολιτική διάσταση που έχει αυτό το έργο.

Όσο για τους «συνεργάτες» της «Επιτροπής Πρωτοβουλίας της Κίνησης»[12] και ιδίως όσους ανάμεσά τους συνέβαλαν στη συγγραφή της «ιδρυτικής διακήρυξης», εκμεταλλεύτηκαν και έβλαψαν το σύμβολο που είναι ο μεγάλος συνθέτης. Αδιαφόρησαν πλήρως γι' αυτόν, τον εξέθεσαν μόνο του, βάζοντάς τον μπροστά να διαβάζει αυτό το κείμενο που είναι όλο γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο και να το δημοσιεύει με μόνη τη δική του υπογραφή. Τέλος, μη ξέροντας φαίνεται πλέον πού να σταθούν, σε ποιο σημείο του πολιτικού φάσματος από την ακροδεξιά έως την ακροαριστερά βρίσκονται, σε καταλυτική αντίφαση με την «ανεξαρτησία» της κίνησης «ανεξάρτητων» πολιτών που διακηρύττουν, ονόμασαν την πολιτική τους πρωτοβουλία «σπίθα» και παράλληλα φρόντισαν βέβαια να αποσιωπηθεί τι συμβολίζει, καθώς ο συμβολισμός της λέξης «σπίθα», εκτός από τραγικά ανεπίκαιρος, είναι εξοντωτικός τόσο της κίνησης όσο και της ιδρυτικής της διακήρυξης[13].

________________________________________
[1] Δημιουργήθηκε ιστοσελίδα του κινήματος «Σπίθα», όπου αναρτήθηκε η διακήρυξη ως «φυλλάδιο» με την προτροπή: «Διαδώστε το! Τυπώστε το σε ασπρόμαυρο εκτυπωτή! Δώστε το σε 10 φίλους που δεν έχουν Internet. Κολλήστε το παντού. Βοηθήστε τον αγώνα!».
[2] Εξαίρεση αποτελεί το μέλος του Ιούτης Ελευθεροτυπίας Δημήτρης Ψαρράς, αλλά οι κριτικές του αναφορές στη διακήρυξη περιέχονται σε άρθρο του (με τίτλο «Η πολιτική δραστηριοποίηση του Μίκη Θεοδωράκη και του Βασίλειου Μαρκεζίνη») που βρίσκεται μόνο στην ιστοσελίδα του Ιού γιατί, κατά τον συγγραφέα, «δεν χώρεσε», δηλαδή λόγω έλλειψης χώρου δεν στάθηκε δυνατό να δημοσιευτεί «στην Ελευθεροτυπία».
[3] Η Ελευθεροτυπία εισάγει τη δημοσίευση παίρνοντας αποστάσεις με τη φράση «μπορεί να συμφωνεί ή να διαφωνεί κανείς με τις πολιτικές και κοινωνικές απόψεις του Μ. Θεοδωράκη...» αλλά συνεχίζει γράφοντας μεταξύ άλλων τα εξής διθυραμβικά: «αυτή η διακήρυξη του Μίκη Θεοδωράκη ξεπερνάει τα όρια μιας Κίνησης Πολιτών. Είναι μια υποθήκη για κάθε Έλληνα, αλλά και για κάθε άνθρωπο όπου γης. Υποθήκη για μια πατρίδα ενός πανανθρώπινου ήθους» (η υπογράμμιση είναι της εφημερίδας).
[4] Μικρό δείγμα αδιαφορίας, καθώς η διακήρυξη κυκλοφορεί με μόνο το όνομα του Μίκη Θεοδωράκη στο εξώφυλλο και γραμμένη σε πρώτο πρόσωπο, είναι ότι πρόκειται για κείμενο εντυπωσιακά κακογραμμένο παραβιάζει όλους τους κανόνες της στοιχειώδους λογικής συνοχής και δεν έχει κανέναν ειρμό, διάφορες θέσεις αντιφάσκουν η μια με την άλλη, έχει άπειρα λάθη και προχειρότητες (π.χ. στη σελ. 45 του βιβλίου με τίτλο Σπίθα υπάρχει η φράση: «Σας εξέθεσα όσο γίνεται πιο σύντομα τις απόψεις μου. Που θα τις βρείτε ολοκληρωμένες στο βιβλίο που κυκλοφορεί με τίτλο "Η Σπίθα"») και άλλα πολλά.
[5] Σελ. 45.
[6] Σελ. 7.
[7] Σελ. 10.
[8] Πράγματι αυτό λέει, μόνο με πολύ χειρότερη και πολύ φλύαρη διατύπωση, σσ. 15-16.
[9] Ιδού το παράθεμα που εισάγει περιγραφή τού τι έκανε «εναντίον μας» ο Κίσινγκερ: «Αλήθεια, μήπως καταλάβατε εσείς γιατί μας μισούν τόσο πολύ οι Αμερικανοί; Τι τους κάναμε; Μήπως όλοι οι κυβερνήτες μας από τον Εμφύλιο έως σήμερα δεν ήταν και δεν είναι πειθήνια όργανά τους; Μήπως η ελληνική ολιγαρχία δεν τους έστρωνε και δεν τους στρώνει δουλικά βελούδινο χαλί για να περάσουν;» (σ. 21).
[10] Σελ. 13 και 14.
[11] Σελ. 11 και 40.
[12] Η «Επιτροπή Πρωτοβουλίας της Κίνησης Ανεξάρτητων Πολιτών» από τον Ιανουάριο έως το Φεβρουάριο μεταβαπτίστηκε «Συμβουλευτική Επιτροπή του Κινήματος Ανεξάρτητων Πολιτών» και δημοσιοποιήθηκαν τα ονόματα που την αποτελούν. Σε συγκέντρωση της «Σπίθας» (5.2.2011), που παρουσιάζεται στην ιστοσελίδα της με τίτλο «Χαμός στη συγκέντρωση...», αναφέρεται ότι μίλησε ο Μίκης Θεοδωράκης και «5 μέλη» της «Συμβουλευτικής» πλέον Επιτροπής «ανέλυσαν την κατάσταση που βιώνει σήμερα η χώρα μας και κατέθεσαν προτάσεις για έξοδο από την κρίση και για συνολική αναμόρφωση της πατρίδας μας σε όλα τα επίπεδα».
[13] Οι λέξεις έχουν ιστορία, οπότε η λέξη «Σπίθα» σε αυτά τα συμφραζόμενα μοιραία παραπέμπει στην Ίσκρα του Λένιν. Ο μόνος δημοσιογράφος που το ανέδειξε, σε ένα από τα καίρια άρθρα του στο Βήμα (5.12.2010) με τίτλο «Η Ίσκρα και άλλοι απόμαχοι σωτήρες», είναι ο Ριχάρδος Σωμερίτης. Ο συμβολισμός αυτός σήμερα, με κάθε παραπληρωματικό του νόημα, ιστορικό, πολιτικό, ιδεολογικό, την όποια ταύτιση, ιστορική ή προσώπων, είναι σε τέτοιο βαθμό εξοντωτικός της όλης πολιτικής πρωτοβουλίας της Κίνησης «Σπίθα», που υποθέτω εξηγεί γιατί αυτοί που τον επέλεξαν προτίμησαν να τον αποσιωπήσουν.





Απάντηση στην κ. Φραγκουδάκη


Ακαθόριστου χαρακτήρα "κριτική" της κας. Φραγκουδάκη, στην ενδεικτικά των προθέσεων και των ιδεολογικών της κατευθύνσεων αγγλώνυμη εφημερίδα βιβλιοκριτικής "The Athens Review of Books", προσάπτει στο κείμενο της ομιλίας του κ. Μίκη Θεοδωράκη την 1η Δεκέμβρη 2010 που κυκλοφορεί σε βιβλιαράκι ως «Σπίθα», υφολογικά και λογικά ατοπήματα στα οποία, όμως, φαίνεται ότι η ίδια δεν αποφεύγει να  υποπέσει κατά συρροήν, και μάλιστα με τρόπο καταχρηστικό της αγαθής προαίρεσης και υπομονής των όποιων αναγνωστών  της.

Η εν λόγω διδάσκουσα στο τμήμα Νηπιαγωγών της Αθήνας και στέλεχος του υπουργείου Παιδείας των τελευταίων κυβερνήσεων, με το πρόσχημα της κριτικής του «κειμένου» της ομιλίας, εξαπολύει μια καθόλου πειστική, στερούμενη αποδεικτικών μέσων και εν τέλει εμπαθή επίθεση στο ιδεολογικό περιεχόμενο της δημοσιευμένης ομιλίας και διακήρυξης.

Με πρόσχημα λοιπόν την βιλιοκριτική (;) της απόπειρα, η οποία δύσκολα δικαιολογείται από την ιδιότητα της εν λόγω νηπιαγωγού αλλά και από τον χαρακτήρα του «κρινόμενου» βιβλίου, το οποίο, όπως κανείς δεν προσπάθησε ποτέ να αποκρύψει, αποτελεί κείμενο ομιλίας του κ. Μίκη Θεοδωράκη και όχι θεωρητικό πολιτικό δοκίμιο, η αρθρογράφος επιδίδεται σε σκαιή, ευθεία επίθεση εναντίον του προσώπου του συγγραφέα και δευτερευόντως σε μια ασύνταχτη και αόριστη πλαγιοκόπηση των πολιτικών θέσεων του κειμένου με διάσπαρτους αφορισμούς και ασυνεχείς ισχυρισμούς που πραγματικά ζαλίζουν τον αναγνώστη που θα θελήσει να τους παρακολουθήσει. Πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμένοι συνθέτουν το οπλοστάσιο μιας άμορφης επιχειρηματολογίας  εναντίον της «αοριστίας» του κειμένου στην οποία υποτίθεται ότι καταφέρεται.

Πραγματικός στόχος της κριτικής φαίνεται ότι αποτελούν όχι το «βιβλίο» αλλά ο ίδιος ο συγγραφέας και οι θέσεις του κ. Θεοδωράκη σε αυτό, θέσεις που κατά κοινή ομολογία αποτυπώνουν τους προβληματισμούς, τον κοινό νου αλλά και το κοινό αίσθημα μεγάλης πλειοψηφίας των Ελλήνων. Μπορεί σίγουρα κάποιος να συμφωνεί ή να διαφωνεί με αυτές απόψεις, αλλά το να παρουσιάζει την διαφωνία του ως «κριτική βιβλίου» σχολιάζοντας τις απόψεις που δεν του αρέσουν ως υποτιθέμενα «τρωτά» της γραφής και της ανάλυσης μάλλον δεν αποτελεί έναν τρόπο ειλικρινούς ή έντιμης αντιπαράθεσης ιδεών. Είναι μια κεκαλυμμένη διαβολή απόψεων μεταμφιεσμένη σε βιβλιοκριτική.

Προς τι αυτή η κάλυψη, όμως; Οι απόψεις της κ. Φραγκουδάκη, θιασώτιδας του Μικρασιατικού «συνωστισμού» είναι μάλλον γνωστές. Θα μπορούσε λοιπόν κάλλιστα, όπως προς το παρόν ακόμα επιτρέπεται από την δημοκρατία αυτής της χώρας, να βγει και ανοιχτά να προσπαθήσει να αντικρούσει τις πολιτικές απόψεις με τις οποίες διαφωνεί. Θα μπορούσε κάλλιστα ευθέως να αντιπαραθέσει τα αντεπιχειρήματα και τις αντιπροτάσεις της, αν διαθέτει καθόλου τέτοια, και όχι να επιδοθεί σε αυτόν τον άχαρο αγώνα εντυπώσεων, με έναν τρόπο κεκαλυμμένο και σίγουρα κουραστικό και όχι ευθύ προς τον αναγνώστη.

Η έντιμη αντιπαράθεση ιδεών είναι πάντα κέρδος για μια δημοκρατία. Οι κεκαλυμμένες ψευδεπίγραφες επιθέσεις, αντιθέτως, ζημιώνουν τον δημόσιο διάλογο και παραπλανούν την κοινή γνώμη. Δυστυχώς φαίνεται ότι το κείμενο της κας. Φραγκουδάκη κλίνει αποφασιστικά προς τη δεύτερη κατηγορία.

Στο στόχαστρο της κας. Φραγκουδάκη έχουν κατά καιρούς τεθεί η ελληνικότητα αλλά και η συνοχή και η συνέχεια του ελληνικού κράτους και έθνους. Στο νέο της αυτό πόνημα, το οποίο βρίθει παρερμηνειών και ανακριβειών, η δραστήρια νηπιαγωγός παραθέτει μεταξύ άλλων ακόμα και αυθαίρετα συμπεράσματα για την κρίση τρίτων όταν διαπιστώνει ότι η άποψή τους δεν συμπίπτει με τα συμπεράσματα της αφεντιάς της. Φαίνεται ότι μόνο στην ατομική της αυθεντία διανοείται η εν λόγω κυρία να αναγνωρίσει το δικαίωμα της κρίσης. Ένα παράδειγμα είναι η  προσβλητική, δασκαλίστικη και συνάμα παιδαριώδης παρατήρησή της προς τον συντάκτη που προλόγισε την διακήρυξη του κ. Θεοδωράκη στην Ελευθεροτυπία ότι....δεν την είχε διαβάσει (!) : «Εάν, για παράδειγμα, την είχε διαβάσει ο συντάκτης του σύντομου στην Ελευθεροτυπία σημειώματος που προλογίζει τη μακροσκελέστατη για εφημερίδα δημοσίευσή της, θα δίσταζε να ονομάσει τη διακήρυξη «υποθήκη» και μάλιστα για «κάθε Έλληνα και για κάθε άνθρωπο όπου γης». Προφανώς ο άνθρωπος την διάβασε και προφανώς δεν δίστασε να την χαρακτηρίσει ως πανανθρώπινη υποθήκη. Αφού έτσι την χαρακτήρισε ήδη.

Το κείμενο βρίθει από τέτοιου είδους παιδαριώδεις παρατηρήσεις που μάλλον έχει ξεσηκώσει η αρθρογράφος από το αντικείμενο του ακαδημαϊκού της αντικειμένου, και μάλλον της μοναδικής συντροφιάς που μπορεί ποτέ να θεωρήσει τους σχολιασμούς της πνευματώδεις, τα νήπια. Αναλόγως αρκουδίζει κα η λογική των φερόμενων ως επιχειρημάτων της. Σταχυολογώ μερικά μόνο από τα απειράριθμα σημεία που η αρκουδίζουσα ευρηματική μεθερμηνεία της αρθρογράφου πραγματοποιεί λογικά άλματα και άλλα ακροβατικά προκειμένου να καταλήξει με τρόπο μαγικό σε συμπεράσματα που δεν προκύπτουν από τα πράγματα και τα επιχειρήματά της όπως η ίδια θα ήθελε.

Ένα ενδιαφέρον πρώτο σημείο παρουσιάζει η χρήση της λέξης «εχθρός» στην υποτιθέμενη κατασκευή ή υποδειξη «εχθρών του λαού» που προσάπτει η κα. Φραγκουδάκη στον κ. Θεοδωράκη, ως μέρος της πολιτικής του ανάλυσης.  Στον ανοιχτό πόλεμο συμφερόντων που διεξάγεται στην Ελλάδα, και για τον οποίο κάνει λόγο ο κ. Θεοδωράκης στην ομιλία του, είναι αναμενόμενο να μιλούμε για αντίπαλους ή εχθρούς του λαού και για συμμάχους, για τον απλό λόγο ότι η τραγική κατάσταση που περιήλθε ξαφνικά η χώρα μας αποδεικνύει άμεσα ότι οι πρώτοι υπάρχουν και ότι τους δεύτερους είναι ανάγκη να ψάξουμε για να τους βρούμε. 

Συγκεκριμένα, προσάπτει ότι: «Η διακήρυξη... παρουσιάζει τα πολιτικά γενόμενα, ελληνικά και διεθνή (τις κυβερνητικές πολιτικές, την εξωτερική πολιτική των κρατών) να πηγάζουν όχι από αίτια πολιτικά, οικονομικά ή στρατηγικά, αλλά από κακές προθέσεις και μοχθηρά αισθήματα όσων ονομάζει πολιτικούς αντιπάλους και εθνικούς «εχθρούς».»

Είναι σαφές σε όλους τους αναγνώστες της διακήρυξης ότι ο κύριος λόγος του προβλήματος είναι η πολιτική εξάρτηση, η υποτέλεια της χώρας και των κυβερνήσεών της σε ξένες δυνάμεις και πιο συγκεκριμένα στις ΗΠΑ. Κι αυτό είναι μια πολιτική και οικονομική κατάσταση που δεν έχει να κάνει με άλλες προθέσεις. Είναι μια ιστορική πραγματικότητα. Αν αυτό προκαλεί έκπληξη στη νηπιαγωγό μας, ας ρωτήσει κάποιον ιστορικό που θα έχει πολλά παρόμοια να της αποκαλύψει, και ακόμα χειρότερα, που ενδέχεται να τραντάξουν την λεπτή της κράση. Θα μπορούσε επίσης να αρχίσει να διαβάζει εφημερίδες, αλλά με τέτοια αθώα άγνοια που φαίνεται ότι την διέπει θα έπρεπε να παρακολουθείται από τον καρδιολόγο της σε μια τέτοια περίπτωση.

Η πάγια τακτική της αρθρογράφου είναι να προσδοκά από τους αναγνώστες της μια τέτοια νηπιακή αφέλεια, που να της συγχωρούνται ακόμα και οι πιο ευθείες βολές  εναντίον της νοημοσύνης μας. Όμως τα πράγματα δεν είναι αθώα. Η εμμονή της αρθρογράφου με την λέξη «εχθρός», αν συνδυαστεί με το τελευταίο μαργαριτάρι  νομικών  και (ανελλήνιστων) παραγωγικών νεολογισμών μιας ελληνικής κυβέρνησης που έχει τα ελληνικά ως δεύτερη ξένη γλώσσα, δηλαδή με το πρόσφατο νομοσχέδιο «περί εχθροπάθειας», το οποίο θέτει εκτός νόμου ακόμα και την πρόθεση (!) άρθρωσης αντικαθεστωτικών απόψεων (επειδή επισημαίνουν ή δημιουργούν ενδεχόμενους «εχθρούς» και εξάπτουν... τα πάθη) τότε το πράγμα παίρνει διαστάσεις τρόμου. Διότι  η ψευδεπίγραφη  αλλά κατά τα άλλα άκακη «βιβλιοκριτική» της δραστήριας στα κυβερνητικά κλιμάκια νηπιαγωγού παίρνει διαστάσεις προειδοποιητικής εφαρμογής του πνεύματος του νομοσχεδίου της κυβέρνησης που η αρθρογράφος αυτή επίσημα στελεχώνει. Η λογοκρισία επιβάλλεται πάντα παραφθείροντας έννοιες (όπως πχ. εδώ της βιβλιοκριτικής) και πάντα με ένα εύσχημο άλλοθι. Το νέο ιερό άλλοθι της λογοκρισίας ακούει στο εξωτικό όνομα «εχθροπάθεια»  και η πρόθυμη κα. Φραγκουδάκη ίσως μας δίνει σήμερα μια πρώτη γεύση των διανοητικών ακροβασιών στις οποίες θα επιδίδονται οι λογοκριτές του μέλλοντος στο όνομα αυτής της νέας εξωτικής αρχής.

Όσον αφορά στα υποτιθέμενα τρωτά που προσάπτει στο ύφος αλλά και στην έκταση της ανάλυσης, η κα. Φραγκουδάκη υποκριτικά αντιμετωπίζει την «Σπίθα» όχι ως κείμενο ομιλίας 48 σελίδων αλλά ως ιστορική διατριβή ή ακαδημαϊκό πόνημα ανάλογων στόχων.  Ως ομιλία εμπεριέχει τα στοιχεία της ζώσας επικοινωνίας με το κοινό αλλά και της συναισθηματικής φόρτισης που η αναγγελία μιας τόσο σημαντικής και ρηξικέλευθης διακήρυξης εμπεριέχει. Και φυσικά συναίσθημα, το οποίο σε μια ομιλία για μια τόσο σοβαρή κατάσταση είναι αναπόφευκτο, για όποιον ονομάζεται άνθρωπος. Δε λέμε για όποιον ονομάζεται Έλληνας, για να μην ενοχλήσουμε την εν λόγω κυρία, που φαίνεται ότι αντιδρά στο εθνωνύμιο του λαού μας σα να επρόκειτο για βρισιά. Αν κάποιος δεν έχει, σύμφωνα με την αυθεντία της, λόγο ή δικαίωμα να αισθάνεται Έλληνας, τότε μπορεί να αισθάνεται άνθρωπος ή δεν είναι πολιτικά ορθό ούτε αυτό;

 Ας μην ξεχνούμε ότι κανένας μα κανένας άλλος προβεβλημένος πολίτης αυτής της χώρας δεν είχε το θάρρος να  βγει επίσημα  και να αποκηρύξει την αντικειμενική κατάσταση της συνταγματικής εκτροπής που βιώνει το ελληνικό κράτος και ο λαός μας αυτή την στιγμή. Η βαρύτητα της κατάστασης και το θάρρος αυτής της ενέργειας δεν μπορούν παρά να φορτίσουν συναισθηματικά την καρδιά ακόμα και του θερμότερου θιασώτη της ψυχρής λογικής. Η τελευταία είναι που υπαγορεύει, και πρέπει πάντα να υπαγορεύει, τις κάθε φορά  ενδεδειγμένες και χρηστές, θερμές ή όχι, επαναστατικές ή μη, λύσεις.

Όσον αφορά στο θέμα του ετερόκλητου περιεχομένου ή ακόμα και των πολλαπλών συγγραφέων και συμβουλατόρων που η ίδια επικαλείται, εκεί έχουμε ένα από τα πολλά, δυστυχώς, σημεία που η «βιβλιοκριτική» αγγίζει και ξεπερνάει τα όρια του λιβελλογραφήματος.

Η νηπιαγωγός επιδίδεται σε μια ανάρμοστη, λυσσαλέα προσωπική επίθεση σα να είχε μπροστά της τον κακό τον λύκο και να προσπαθεί να τον εξορκίσει με διαβολές, ενώπιον του νηπιακού της ακροατηρίου. Είναι αστείοι οι ισχυρισμοί της αυτοί και δεν αξίζει να ασχοληθεί κανείς- αυτοαναιρούνται από την ίδια τους την αφέλεια. Ωστόσο προκαλεί έκπληξη η ευκολία με την οποία η βολεμένη και ακόπιαστη αυτή διαπολιτισμική «αριστερή» «ειρηνίστρια» αλλά και έμπιστη υπάλληλος και διαχειρίστρια κρατικών πακτωλών χρημάτων και των δύο τελευταίων κυβερνήσεων όχι μόνο σχολιάζει συγκαταβατικά την προσφορά ενός αρχιμουσικού και συνθέτη που δόξασε την Ελλάδα με το έργο αλλά και το αίμα του και τους πολιτικούς του αγώνες αλλά και να τον προσβάλλει κατά πρόσωπο. Μάλιστα φτάνει στο σημείο να επιχειρεί να τον παρουσιάσει ως άβουλο φερέφωνο «συνεργατών» του, συμπονώντας(!) τον,  υποτιμώντας για πολλοστή φορά τη νοημοσύνη μας:  «Όσο για τους «συνεργάτες» της «Επιτροπής Πρωτοβουλίας της Κίνησης» και ιδίως όσους ανάμεσά τους συνέβαλαν στη συγγραφή της «ιδρυτικής διακήρυξης», εκμεταλλεύτηκαν και έβλαψαν το σύμβολο που είναι ο μεγάλος συνθέτης. Αδιαφόρησαν πλήρως γι' αυτόν, τον εξέθεσαν μόνο του, βάζοντάς τον μπροστά να διαβάζει αυτό το κείμενο που είναι όλο γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο και να το δημοσιεύει με μόνη τη δική του υπογραφή.»

Το ποιος είναι φερέφωνο και κακομοίρικος δούλος πολλών αφεντάδων το έχει αποδείξει περίτρανα η εν λόγω κυρία που για λόγους δημόσιας υγιεινής αποφεύγει να δείξει το προσωπό της και λειτουργεί παρασκηνιακά ως κολαούζος κυβερνήσεων όλων των χρωμάτων και αμερικανοθρεμμένων ΕΛΙΑΜΕΠ. Αντίθετα, ένας άνθρωπος που δημόσια υψώνει το διόλου ευκαταφρόνητο κυριολεκτικά και μεταφορικά γιγαντιαίο ανάστημά του σε όλες τις δύσκολες εποχές που τον χρειάζεται η πατρίδα του, με κίνδυνο της ζωής του ακόμα, έχει αποδείξει αν και από ποιον θα μπορούσε ποτέ να τιθασευτεί: ούτε από τις εξορίες ή τα βασανιστήρια, ούτε από τον θάνατο τον ίδιο.

 Ίσως είναι πάγια εμμονή των ερπετών και των ασπόνδυλων ότι η όρθια στάση όσων επιμένουν να μην προσκυνούν αποτελεί ομαδική οφθαλμαπάτη και ότι κανείς δεν μπορεί να στέκεται όρθιος, όταν αυτά είναι αναγκασμένα να είναι με την κοιλιά στο χώμα και έρπουν. Για έναν έμμισθο υπάλληλο ψυχή τε και σώματι, ίσως όλη η ανθρωπότητα μπορεί να αποτελείται μόνο από φερέφωνα και ομοίους του.
Ένα άλλο σημείο ενδεικτικό των παρερμηνείων της εν λόγω κριτικής είναι η σύγχυση του ανοιχτού καλέσματος στην λαϊκή πρωτοβουλία με την «ασάφεια της οργανωτικής πρότασης» η οποία αποδίδεται «στην αντίληψη περί «ανεξαρτησίας» που επικαλείται το «Κίνημα Ανεξάρτητων Πολιτών»».  Δηλαδή το γεγονός ότι καλείται ο λαός να ενεργήσει ανεξάρτητα και κομματικά ακαπέλωτος ερμηνεύεται από την προφανή οπαδό του κομματικού συγκεντρωτισμού ως της μόνης δυνατής οργάνωσης, ως ανοργανωσιά.

Είναι σαφέστατη η πρόθεση του κ. Θεοδωράκη μέσω αυτού του διαγγέλματος να παρακινήσει το λαό στην ανάληψη πρωτοβουλιών που θα φέρουν στο προσκήνιο το ακριβές πρόβλημα, μέσω της ενημέρωσης, αλλά  και τη λύση του προβλήματος, μέσω των ζυμώσεων που προσδοκούσε τότε ότι θα δημιουργηθούν σε επίπεδο λαϊκής βάσης- και που σήμερα έχουν ήδη αρχίσει κατά δεκάδες να δημιουργούνται. Στην Σπίθα της 1ης Δεκεμβρίου δεν προτείνει οργανωμένο κόμμα. Δεν υπαγορεύει από καθέδρας λύσεις. Αφήνει τα περαιτέρω στην λαϊκή βούληση. Είναι πράγματι άδηλο και καθόλου αυτονόητο  σε έναν απλό αναγνώστη γιατί θα έπρεπε να πράξει το αντίθετο, όπως υπονοεί η αρθρογράφος της αγγλώνυμης αθηναϊκής εφημερίδας. Από πότε θεωρείται δεδομένο ότι όποιος προτείνει λύσεις στο λαό πρέπει να το κάνει αυταρχικά, συγκεντρωτικά και εν είδει φιρμανίου;  Για ποιο λόγο άραγε θεωρεί η αρθρογράφος αυτή τόσο αδιανόητο ένας προβεβλημένος πολίτης που αναλαμβάνει το θάρρος της γνώμης του να απευθύνεται στην λαϊκή πρωτοβουλία;

Ίσως η απάντηση να βρίσκεται στο ότι, αυτό  που θεωρεί αδιανόητο και αθέμιτο η επικριτική αρθρογράφος, είναι η ίδια η ύπαρξη λαϊκής βούλησης, αλλά και η ίδια η συναίσθηση ότι ένα σύνολο ανθρώπων αποτελούν τελικά ένα έθνος και έναν κυρίαρχο λαό.

Μόνο σε αυτό το διαφωτιστικό και ξεκάθαρο πλαίσιο, το οποίο η εν λόγω νηπιαγωγός  υπηρετεί πιστά, ως δεξί χέρι των κυβερνήσεων και των δύο κομμάτων εξουσίας, διαχειριζόμενη παχυλά κονδύλια δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ, επίσης καταννοούμε γιατί η έννοια «ανεξαρτησία» την ενοχλεί τόσο. 

Δεν πρόκειται λοιπόν περι ασάφειας, αλλά περί ξεκάθαρης βούλησης του ομιλητή, που προβάλλει τους προβληματισμούς του και καλεί το πανελλήνιο σε ζύμωση ιδεών και στην διαμόρφωση πολιτικών συλλογικοτήτων που θα σκεφτούν χωρίς καθοδήγηση. Το ακριβές περιεχόμενο και η οργάνωση αφήνονται στην βούληση του λαού, που σημειωτέον ήδη συγκροτεί και λειτουργεί τις επιτροπές αυτές, και δεν προκαταβάλλεται συγκεντρωτικά από κανέναν.

Μια άλλη λέξη που δεν αρέσει στην αρθρογράφο της βιβλιοκριτικής  είναι η ανυπακοή. Προφανώς «λύση» για την εν λόγω κυρία είναι η υπακοή και η υποταγή στις αντισυνταγματικές, έκνομες και εξοντωτικές επιταγές του ΔΝΤ και της υπαλληλικής ντόπιας κυβέρνησής του που και η ίδια υπηρετεί, για το καλό μιας μικρής οικονομικής ολιγαρχίας.

Είναι όμως σαφές ότι, όταν ο κ. Θεοδωράκης μιλάει για ανυπακοή, μιλάει για ανυπακοή σε μια προδοτική κυβέρνηση, για ανυπακοή στους αντισυνταγματικούς και απάνθρωπους νόμους που αυτή ψηφίζει ενάντια στο λαό αυτής της χώρας.  Δεν προτρέπει στην «διάλυση της συνταγματικής νομιμότητας» όπως  ψευδώς μεθερμηνεύει η αρθρογράφος, αλλά ακριβώς το αντίθετο.  Η διάλυση της συνταγματικής νομιμότητας  μεθοδεύεται και δρομολογείται από την κυβέρνηση την οποία η αρθρογράφος επίσημα υπηρετεί. Η ανυπακοή στην οποία προτρέπει ο κ. Θεοδωράκης αφορά στους αντισυνταγματικούς νόμους που μας επιβάλλονται και όχι φυσικά στο Σύνταγμα.

Με άλλα λόγια δεν είμαστε υποχρεωμένοι να υπακούσουμε σε νόμους που αντιβαίνουν το Σύνταγμα της χώρας μας αλλά και την ίδια την επιβίωση του κράτους μας. Είμαστε ηθικά υποχρεωμένοι να αντιπαλέψουμε τις παράνομες δανειακές συμβάσεις που μας στερούν αμετάκλητα και άνευ όρων το δικαίωμα άσκησης της εθνικής μας κυριαρχίας. Ως υπεύθυνοι Έλληνες πολίτες έχουμε την υποχρέωση να παλέψουμε για την ακύρωση των νόμων αυτών και την ανατροπή αυτών των έκνομων αντιλαϊκών παραχωρήσεων και καταστάσεων, σύμφωνα και με την ακροτελεύτια διάταξη του Συντάγματός μας: «Η τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων».

Ο πατριωτισμός των Ελλήνων μπορεί κανείς να πει λοιπόν ότι είναι συνταγματικά η απαραίτητη συνθήκη για την τήρηση του θεμελιώδους νόμου συγκρότησης και οργάνωσης του κράτους μας και των βασικών θεσμών του. Χτυπώντας τον πατριωτισμό, καταλύεις χωρίς αντίσταση το Σύνταγμα. Χτυπώντας το Σύνταγμα και τον πατριωτισμό ταυτόχρονα , όπως κάνει η παρούσα κυβέρνηση και οι διανοούμενοι νηπιαγωγοί επιτετραμμένοι της, ξεπαστρεύεις με μιας και το κράτος και τον λαό.

Ακόμα όμως και αν το Σύνταγμα αλλάξει, όπως ενδέχεται να μεθοδευτεί άμεσα από την κυβέρνηση, ακόμα και αν μια κίβδηλη συνταγματική αναθεώρηση τυπικά νομοθετήσει το αδιανόητο, το κοινό περί δικαίου αίσθημα και ο πόθος για την ελευθερία και την ανεξαρτησία των λαών πάντα θα νομιμοποιεί με τρόπο ουσιαστικό τους αγώνες τους. Γιατί το δίκιο στις καρδιές των λαών  είναι πάντα πάνω από οποιοδήποτε νόμο ή θεσμό. Και, φυσικά, πάνω από οποιαδήποτε προπαγάνδα της κυβέρνησης πληρωμένων δολοφόνων και της θλιβερής τριτοκλασσάτης κουστωδίας τους.

Τέλος, να επισημάνουμε στην επιλήσμονα αρθρογράφο ότι το «Η Ελλάδα ανήκει τους Έλληνες» δεν ανήκει στο ΛΑΟΣ αλλά στο κόμμα την κυβέρνηση του οποίου η ίδια τελευταίως υπηρετεί. Το ξεστόμισε ο αείμνηστος πατέρας του Γιωργάκη-Τζέφρυ Παπανδρέου στην ελληνική βουλή, προς απάντηση του «ανήκομεν εις την Δύσιν» του θείου Κώστα Καραμανλή. Το σύνθημα αυτό μπορεί να έχει πάνω-κάτω το ίδιο νόημα, με το «Η Ελλάδα ανήκει στην Ελλάδα», αλλά η πολιτική που ακολούθησε το εν λόγω κόμμα πρόδωσε το νόημα αυτών των λέξεων, και όχι μόνο.
Εμείς ας σταθούμε στην ουσία της διακήρυξης: ότι κυρίαρχος αυτής της χώρας πρέπει να ξαναγίνει ο ελληνικός λαός. Κανένας δανειστής, επίτροπος, προστάτης ή κηδεμόνας δεν μπορεί να είναι ανεκτός-όποιο κι αν είναι το κόστος-«παρά προστάτες νά'χομεν». Το προκείμενο δεν είναι να ανεύρουμε εύηχα ή μη συνθήματα. Το πολιτικό διακυβεύμα στην παρούσα συγκυρία είναι δυστυχώς πάνω από τα ωραία συνθήματα ή τα διάφορα παιδαγωγικά ιδεολογήματα, τα κατάλληλα για τις αυλές των νηπιαγωγείων και μόνον.

Η παιδαριώδης, βορβορώδης και εν τέλει εμετική επίθεση που εξαπέλυσε το γνωστό πιστό σκυλί του αποδομητικού κατεστημένου εναντίον του ανθρώπου και της κίνησης που απειλεί τα αφεντικά της ήταν μάλλον αναμενόμενη, δεδομένου του ήθους και της πορείας του εν λόγω υποκειμένου, αλλά και των συμφερόντων των αφεντικών της που διακυβεύονται.

Ο Μίκης Θεοδωράκης και η Κίνηση Ανεξάρτητων Πολιτών θα προχωρήσουν ακάθεκτοι.

Για το τέλος, ας αναφέρουμε και ένα σημείο με το οποίο θα συμφωνήσουμε απόλυτα με την αρθρογραφούσα νηπιαγωγό: Αυτή η διακήρυξη πρέπει πραγματικά να διαβαστεί από όλους. Και η φωτιά της πρέπει να απλωθεί.

βλ.: http://www.mikis-theodorakis-kinisi-anexartiton-politon.gr/el/articles/?nid=512

Νεότερες αναρτήσεις Παλαιότερες αναρτήσεις Αρχική σελίδα